Η Ακρίβεια ως Πολιτική Επιλογή: Όταν η Στέγαση και οι Μεταφορές Γίνονται «Είδη Πολυτελείας»

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Υπάρχει μια παράξενη, σχεδόν προκλητική αντίφαση ανάμεσα στους αριθμούς των κυβερνητικών ισολογισμών και στην πραγματικότητα που εξελίσσεται κάθε πρώτη του μηνός στα ελληνικά σπίτια. Οι δείκτες ευημερούν, τα μακροοικονομικά μεγέθη πανηγυρίζονται στα τηλεοπτικά παράθυρα, αλλά την ίδια στιγμή, η καθημερινότητα του μέσου πολίτη θυμίζει άσκηση επιβίωσης σε εμπόλεμη ζώνη.

Η νέα, δραματική απογείωση του πληθωρισμού στην Ελλάδα, ο οποίος εκτινάχθηκε στο εφιαλτικό 5,2% τον Μάιο, δεν είναι απλώς ένας ακόμη ξερός αριθμός σε μια στατιστική υπηρεσία, αλλά είναι το «κρυφό» φορολογικό νομοσχέδιο που υπογράφεται ερημήν των πολιτών. Αυτή η ξαφνική άνοδος έρχεται να γκρεμίσει τις κυβερνητικές αυταπάτες περί «σταθεροποίησης» και να επιβεβαιώσει αυτό που η κοινωνία νιώθει στο πετσί της: το μαχαίρι δεν έφτασε απλώς στο κόκαλο· άρχισε να το πριονίζει, καθώς ένα νέο, ακόμη πιο άγριο κύμα ανατιμήσεων σαρώνει την αγορά.

Το Δίδυμο της Απόγνωσης: Στέγη και Μετακίνηση

Όταν η ακρίβεια χτυπούσε το καλάθι του νοικοκυριού, η επίσημη γραμμή άμυνας ήταν οι «στοχευμένες παρεμβάσεις» και τα πάσης φύσεως επιδόματα-ψίχουλα (pass). Τώρα όμως, η νέα έξαρση του πληθωρισμού τροφοδοτείται από τα θεμέλια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας: τη στέγαση και τις μεταφορές.

Οι διψήφιες αυξήσεις στο κόστος στέγασης, που άγγιξαν το 11,6% και σέρνουν το χορό του πληθωρισμού, δεν μεταφράζονται απλώς σε ακριβότερους λογαριασμούς ρεύματος ή κοινόχρηστα. Μεταφράζονται σε ενοίκια που τρέχουν με +7,7%, σε νέα ζευγάρια που αδυνατούν να φύγουν από το πατρικό τους, και σε οικογένειες που ζουν με το διαρκή τρόμο της επόμενης ανανέωσης του συμβολαίου τους.

Η κατακόρυφη άνοδος του κόστους μεταφορών, με ένα εξίσου σοκαριστικό +11,5%, εγκλωβίζει τον πολίτη. Όταν το να πας στη δουλειά σου κοστίζει πλέον ένα σημαντικό ποσοστό του ίδιου του μεροκάματου, με τα αεροπορικά εισιτήρια στο +19,2% και τα καύσιμα στα ύψη, τότε η εργασία παύει να είναι μέσο βιοπορισμού και γίνεται μέσο χρηματοδότησης των εταιρειών ενέργειας.

Πίσω από το 5,2% του πληθωρισμού και τα διψήφια ποσοστά της στέγασης κρύβεται ο συνταξιούχος που κλείνει το καλοριφέρ και παγώνει για να βγει ο μήνας, ο εργαζόμενος των 800 ευρώ που κοιτάζει το δείκτη της βενζίνης με σφιγμένο το στομάχι, η μάνα που κάνει εκπτώσεις στη διατροφή των παιδιών της όταν το μοσχάρι ανεβαίνει κατά 17,6% και το αρνί κατά 16,2%.

Η μόνιμη επωδός της κυβερνητικής πλευράς είναι ότι το φαινόμενο είναι «διεθνές» και «εισαγόμενο». Πρόκειται για το πιο βολικό πολιτικό άλλοθι της τελευταίας δεκαετίας. Φυσικά και οι διεθνείς κρίσεις επηρεάζουν. Όμως, η σύγκριση με τους εταίρους μας αποκαλύπτει την πλήρη γύμνια αυτού του επιχειρήματος.

Την ώρα που ο μέσος πληθωρισμός στην Ευρωζώνη διαμορφώνεται στο 3,2%, η Ελλάδα «καλπάζει» στο 5% με βάση τα εναρμονισμένα στοιχεία της Eurostat. Είμαστε η τρίτη χειρότερη χώρα σε ολόκληρη την Ευρώπη, πίσω μόνο από τη Βουλγαρία και τη Λιθουανία. Όταν οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι πολίτες βλέπουν τις πιέσεις να συγκρατούνται, ο Έλληνας καταναλωτής καταδικάζεται να πληρώνει τον πιο βαρύ «φόρο» της ηπείρου.

Όταν ο πληθωρισμός στην ελληνική αγορά απογειώνεται με ρυθμούς πολλαπλάσιους από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και τις αντοχές των καθηλωμένων μισθών, τότε το πρόβλημα δεν είναι η διεθνής συγκυρία· είναι η εγχώρια ασυδοσία. Είναι η άρνηση για ουσιαστικούς ελέγχους στην αγορά, είναι η ανοχή στα καρτέλ της ενέργειας, των τροφίμων και των τραπεζών, είναι η εμμονή σε μια οικονομική πολιτική που προστατεύει τα υπερκέρδη των λίγων και βαφτίζει «δημοσιονομική υπευθυνότητα» την εξαθλίωση των πολλών.

Η κοινωνική συνοχή δεν είναι μια αφηρημένη έννοια, έχει συγκεκριμένες αντοχές. Όταν η καθημερινότητα μετατρέπεται σε έναν διαρκή συμβιβασμό με τη φτώχεια, η απογοήτευση μεταλλάσσεται γρήγορα σε οργή. Αυτό το νέο κύμα ακρίβειας που σφραγίζεται από το ελληνικό 5,2% δεν θα σαρώσει μόνο τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, κινδυνεύει να σαρώσει και το κυβερνητικό αφήγημα της «σταθερότητας» και της «ανάπτυξης». Γιατί, στο τέλος της ημέρας, καμία κοινωνία δεν τράφηκε με success stories όταν η καθημερινή επιβίωση κοστολογείται πλέον ως πολυτέλεια και η χώρα γίνεται η αρνητική πρωταθλήτρια της Ευρώπης.