Οι τράπεζες «αλωνίζουν» με 6 δισ. κέρδη – οι πολίτες πληρώνουν το λογαριασμό

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

 

Οι ελληνικές τράπεζες σημειώνουν υπερκέρδη ύψους 6 δισεκατομμυρίων ευρώ, αξιοποιώντας κάθε δυνατό μέσο για να αυξήσουν τα έσοδά τους, ενώ ταυτόχρονα επιβαρύνουν τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Τα επιτόκια καταθέσεων παραμένουν σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα, σε αντίθεση με τα επιτόκια δανεισμού, τα οποία βρίσκονται σε ιστορικά υψηλά. Παράλληλα, οι τράπεζες αυξάνουν συνεχώς τις χρεώσεις και προμήθειες, που μόνο κατά το εννεάμηνο του 2025 σημείωσαν άνοδο 12,2%.

Παρά το γεγονός ότι ο αναβαλλόμενος φόρος που οφείλουν ξεπερνά τα 12 δισ. ευρώ, οι τέσσερις μεγάλες συστημικές τράπεζες προγραμματίζουν διανομή μερισμάτων περίπου 3 δισ. ευρώ για το 2025, τα οποία σε ποσοστό περίπου 90% θα κατευθυνθούν στους ξένους μετόχους. Η φορολόγηση αυτών των μερισμάτων παραμένει εξαιρετικά χαμηλή, στο 5%, μειωμένη από το 10% που ίσχυε προηγουμένως. Η κατάσταση αυτή παρουσιάζεται επισήμως ως ένδειξη «ευρωστίας της ελληνικής οικονομίας», ενώ στην πραγματικότητα υπονομεύει τη ρευστότητα και την ανάπτυξη της εγχώριας αγοράς.

Η διαφορά ανάμεσα στα επιτόκια καταθέσεων και δανεισμού είναι δραματική: τον Νοέμβριο του 2025, οι νέες καταθέσεις απέδιδαν 0,30%, ενώ τα νέα δάνεια χρεώνονταν με 4,65%. Το χάσμα αυτό λειτουργεί ουσιαστικά ως μηχανισμός αφαίμαξης για την αγορά.

Τα κέρδη των τραπεζών αυξάνονται ραγδαία, από 4,5 δισ. ευρώ το 2024 σε 6 δισ. ευρώ το 2025. Τα καθαρά έσοδα από τόκους παρουσίασαν μικρή πτώση 3,8%, στα 6,467 δισ. ευρώ, ενώ τα έσοδα από προμήθειες εκτινάχθηκαν στα 2,279 δισ. ευρώ. Παρά τις υποτιθέμενες υποχρεώσεις της κυβέρνησης για περιορισμό χρεώσεων, οι τράπεζες διατηρούν υψηλές επιβαρύνσεις για τους πολίτες.

Ένα ιδιαίτερα σημαντικό ζήτημα είναι ότι η πλειονότητα των μερισμάτων –το 88% περίπου– καταλήγει σε ξένους επενδυτές, αποδυναμώνοντας περαιτέρω την εγχώρια οικονομία. Ταυτόχρονα, η ισχνή φορολόγηση των μερισμάτων ενισχύει τις ανισότητες, αφού οι μισθωτοί επιβαρύνονται δυσανάλογα.

Ο αναβαλλόμενος φόρος, που το 2024 ανέρχονταν σε περίπου 18 δισ. ευρώ, επιτρέπει στις τράπεζες να συμψηφίζουν μελλοντικές φορολογικές υποχρεώσεις, μειώνοντας έτσι την τρέχουσα φορολογική τους επιβάρυνση. Το αποτέλεσμα είναι ιστορικά υψηλά κέρδη, τα οποία όμως δεν αντικατοπτρίζουν πραγματική ανάπτυξη, αλλά τη συνεχιζόμενη ανισότητα και την οικονομική αφαίμαξη της χώρας. Η κατάσταση αυτή συνδέεται άμεσα με κυβερνητικές πολιτικές, όπως αυτές της κυβέρνησης Μητσοτάκη, που ευνοούν τα τραπεζικά κέρδη σε βάρος της κοινωνίας.