Καλό επίσης να θυμόμαστε από πού ερχόμαστε. Το 2019, όταν εξελέγη η παρούσα κυβέρνηση, όπως μου θύμισε χτες ο παραιτηθείς εξαιρετικός οικονομολόγος και με εξίσου καλή μνήμη Αλέξης Πατέλης, οι τράπεζες λειτουργούσαν υπό καθεστώς κεφαλαιακών περιορισμών (ήρθησαν τον Σεπτέμβριο του 2019). Προσπαθούσαν ακόμα να πατήσουν στα πόδια τους. Κάθε χρόνο ήταν υποχρεωμένες να μειώνουν το προσωπικό, να κλείνουν καταστήματα, να πωλούν θυγατρικές. Βρίσκονταν σε φάση υποχρεωτικής συρρίκνωσης, βάσει των αποφάσεων για την τελευταία ανακεφαλαιοποίηση του 2016. Δεν ήταν ακόμα κανονικές τράπεζες. Οι προμήθειες ήταν μια λύση (κακή) για να σταθούν στα πόδια τους. Αυτήν είχαν διαθέσιμη.

Αυτές οι εποχές όμως πέρασαν. Οι τράπεζες άρχισαν να έχουν κέρδη από αμιγείς τραπεζικές εργασίες. Εκεί εδράζεται και η μεγαλύτερη ευθύνη των διοικήσεων των τραπεζών, οι οποίες δεν αντιλήφθηκαν πρώτες αυτή την αλλαγή, ώστε να παρέμβουν πριν γίνουν θέμα αντιπαράθεσης μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων. Πριν πάρει θέση στη συζήτηση ο λαϊκισμός. Και ας αποτελούν τα έσοδα από προμήθειες συναλλαγών μόλις το ένα τρίτο των συνολικών εσόδων από προμήθειες. Δηλαδή λιγότερο από το 10% των συνολικών εσόδων τους.

Πλέον θα αντιμετωπίσουν τη βάσανο της κομματικής αντιπαράθεσης όλο το Σαββατοκύριακο, στη συζήτηση για τον προϋπολογισμό. Θα μπορούσαν όλο αυτό να το αποφύγουν, αν με δική τους πρωτοβουλία θυσίαζαν ένα μόνο μικρό μέρος των εσόδων τους προκειμένου να κάνουν πιο προσιτές κάποιες συναλλαγές και να βάλουν τέλος στην γκρίνια.

ΠΗΓΗ: οt.gr