Nvidia: Ρεπουμπλικανοί ζητούν εξηγήσεις από τον Τζένσεν Χουάνγκ για φερόμενη σχέση με πρόσωπο συνδεδεμένο με τις κινεζικές υπηρεσίες
Η Ουάσιγκτον ανοίγει νέο μέτωπο με τον πιο ισχυρό παίκτη της τεχνολογίας. Τρεις επιτροπές του αμερικανικού Κογκρέσου ζητούν από τον διευθύνοντα σύμβουλο της Nvidia, Τζένσεν Χουάνγκ, να εξηγήσει τις σχέσεις του με γυναίκα που φέρεται να συγκέντρωνε πληροφορίες για λογαριασμό των κινεζικών υπηρεσιών, εντείνοντας τον έλεγχο γύρω από το ενδεχόμενο η Κίνα να απέκτησε πρόσβαση σε ευαίσθητη αμερικανική τεχνολογία.
Τι πυροδότησε την υπόθεση
Αφορμή στάθηκε δημοσίευμα των New York Times, σύμφωνα με το οποίο η Άλις Χουάνγκ, Κινέζα υπήκοος και στέλεχος της εταιρείας Megaspeed, φέρεται να συγκέντρωνε πληροφορίες για λογαριασμό του Πεκίνου και να είχε αναπτύξει στενή σχέση με τον επικεφαλής της Nvidia.
Το ίδιο δημοσίευμα αναφέρει ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, είχε ενημερωθεί για τα ευρήματα των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών περίπου έναν χρόνο νωρίτερα, όμως επέλεξε να μην αναλάβει δράση.
Η επιστολή των Ρεπουμπλικανών
Στην επιστολή, που συντάχθηκε την Τετάρτη και δόθηκε στη δημοσιότητα την Πέμπτη, οι Ρεπουμπλικανοί εκφράζουν ανησυχίες για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ και για το ενδεχόμενο η Κίνα να απέκτησε πρόσβαση σε ευαίσθητη τεχνολογία και πληροφορίες.
Οι βουλευτές ζητούν λεπτομέρειες για τις επαφές του Τζένσεν Χουάνγκ με την Άλις Χουάνγκ, καθώς και ενημέρωση για τα μέτρα ασφαλείας που εφαρμόζει η Nvidia απέναντι σε ενδεχόμενες απόπειρες κατασκοπείας από ξένες δυνάμεις.
Την επιστολή υπογράφουν:
- ο πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής, Μπράιαν Μαστ,
- ο πρόεδρος της ειδικής επιτροπής για την Κίνα, Τζον Μουλενάρ,
- ο πρόεδρος της Επιτροπής Πληροφοριών της Βουλής, Ρικ Κρόφορντ.
Ραντεβού στο Κογκρέσο στις 18 Νοεμβρίου
Οι τρεις Ρεπουμπλικανοί προσκάλεσαν τον επικεφαλής της Nvidia σε κοινή ενημέρωση διά ζώσης στο Κογκρέσο στις 18 Νοεμβρίου, μία ημέρα μετά την προγραμματισμένη ανακοίνωση των οικονομικών αποτελεσμάτων της εταιρείας για το τρίτο τρίμηνο.
«Η πρόσβαση της Κίνας σε αυτή την ευαίσθητη αμερικανική τεχνολογία βρίσκεται στον πυρήνα των ερευνών των τριών επιτροπών μας κατά τη διάρκεια της τρέχουσας κοινοβουλευτικής περιόδου», αναφέρουν στην επιστολή, προσθέτοντας ότι το Κογκρέσο πρέπει να διαπιστώσει εάν τέθηκε σε κίνδυνο η εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ.
Δεν είναι σαφές εάν ο Τζένσεν Χουάνγκ θα ανταποκριθεί στην πρόσκληση. Η Nvidia δεν είχε απαντήσει άμεσα σε αίτημα για σχόλιο.
Τι γνώριζε ο Τζένσεν Χουάνγκ
Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, Αμερικανοί αξιωματούχοι αρχικά δεν θεωρούσαν ότι ο Τζένσεν Χουάνγκ γνώριζε πως η Άλις Χουάνγκ φέρεται να συγκέντρωνε πληροφορίες για λογαριασμό της Κίνας. Δεν είναι γνωστό εάν η εκτίμηση των υπηρεσιών έχει έκτοτε αλλάξει.
Ο επικεφαλής της Nvidia, πάντα σύμφωνα με το δημοσίευμα, δεν έχει λάβει από την αμερικανική κυβέρνηση ενημέρωση ασφαλείας σχετικά με την υπόθεση.
Οι πιέσεις για χαλάρωση των περιορισμών στα τσιπ
Η έρευνα αποκτά πρόσθετη σημασία, καθώς ο Τζένσεν Χουάνγκ έχει ασκήσει πιέσεις στην κυβέρνηση Τραμπ για τη χαλάρωση των περιορισμών στις πωλήσεις μικροτσίπ της Nvidia προς την Κίνα.
Νωρίτερα φέτος, ο Χουάνγκ συμμετείχε στην επιχειρηματική αντιπροσωπεία του Ντόναλντ Τραμπ που ταξίδεψε στην Κίνα για συνάντηση με τον πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ. Σύμφωνα με τις πληροφορίες, η συμμετοχή του αποφασίστηκε την τελευταία στιγμή, ενώ εξασφάλισε θέση στο προεδρικό αεροσκάφος Air Force One.
Ποιοι άλλοι CEO ταξίδεψαν στο Πεκίνο
Στην αποστολή συμμετείχαν κορυφαία στελέχη αμερικανικών επιχειρήσεων με ισχυρή παρουσία στην κινεζική αγορά, μεταξύ αυτών:
- ο Τιμ Κουκ της Apple,
- ο Έλον Μασκ της Tesla και της SpaceX,
- ο Σαντζάι Μεχρότρα της Micron,
- η Ντίνα Πάουελ ΜακΚόρμικ της Meta.
Παρούσες ήταν και μεγάλες φυσιογνωμίες του χρηματοπιστωτικού τομέα, όπως ο Στίβεν Σβαρτσμαν της Blackstone, ο Λάρι Φινκ της BlackRock, η Τζέιν Φρέιζερ της Citigroup και ο Ντέιβιντ Σόλομον της Goldman Sachs.
Οι επιχειρήσεις τους έχουν ισχυρούς δεσμούς με την Κίνα, είτε μέσω της αγοράς καταναλωτών είτε μέσω της παραγωγής και των εφοδιαστικών αλυσίδων τους, την ώρα που Ουάσιγκτον και Πεκίνο βρίσκονται σε αντιπαράθεση για το εμπόριο, την τεχνολογία και την εθνική ασφάλεια.





