Δυτική διατροφή στο μικροσκόπιο: Πώς τα τηγανητά επιβαρύνουν την καρδιά

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Νέα στοιχεία για τις επιπτώσεις της διατροφής δυτικού τύπου στην υγεία φέρνουν στο φως Κινέζοι ερευνητές, εστιάζοντας αυτή τη φορά στον ρόλο των τηγανητών τροφίμων. Σύμφωνα με τα ευρήματά τους, η συστηματική κατανάλωση τηγανητών, βασικό χαρακτηριστικό της δυτικής διατροφής, συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών παθήσεων, όπως η καρδιοπάθεια και το εγκεφαλικό επεισόδιο.

Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Heart, βασίστηκε σε μετα-ανάλυση των διαθέσιμων δεδομένων από 19 επιδημιολογικές έρευνες έως τον Απρίλιο του 2020. Ειδικότερα, αναλύθηκαν στοιχεία από 17 μελέτες με συνολικά 562.445 συμμετέχοντες και 36.727 σοβαρά καρδιαγγειακά συμβάντα, με στόχο την εκτίμηση του κινδύνου καρδιαγγειακής νόσου. Παράλληλα, αξιοποιήθηκαν δεδομένα από έξι ακόμη μελέτες που περιελάμβαναν 754.873 άτομα και 85.906 θανάτους σε μέση περίοδο παρακολούθησης 9,5 ετών, προκειμένου να διερευνηθεί η πιθανή συσχέτιση της κατανάλωσης τηγανητών τροφίμων με τη θνητότητα από καρδιαγγειακά νοσήματα και από κάθε αιτία.

Η ανάλυση κατέδειξε ότι τα άτομα με τη μεγαλύτερη κατανάλωση τηγανητών τροφίμων εμφάνιζαν αυξημένο κίνδυνο κατά 28% για σοβαρά καρδιαγγειακά επεισόδια, κατά 22% για στεφανιαία νόσο και κατά 37% για καρδιακή ανεπάρκεια. Παράλληλα, τα αποτελέσματα παρέμειναν συνεπή ακόμη και μετά τη στρωματοποίηση των δεδομένων με βάση διαφορετικά χαρακτηριστικά των μελετών και των συμμετεχόντων.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στη γραμμική σχέση που παρατηρήθηκε μεταξύ της ποσότητας κατανάλωσης τηγανητών τροφίμων και του κινδύνου εμφάνισης μειζόνων καρδιαγγειακών συμβάντων, στεφανιαίας νόσου και συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας. Ενδεικτικά, η εβδομαδιαία αύξηση της κατανάλωσης κατά μόλις 114 γραμμάρια τηγανητού φαγητού αρκούσε για να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης των συγκεκριμένων παθήσεων κατά 3%, 2% και 12% αντίστοιχα.

Οι ερευνητές αναγνωρίζουν ωστόσο περιορισμούς στη μελέτη τους, κυρίως ως προς την αδυναμία τεκμηρίωσης άμεσης αιτιώδους σχέσης μεταξύ της κατανάλωσης τηγανητών τροφίμων και της επιδείνωσης της καρδιαγγειακής υγείας. Παρ’ όλα αυτά, προτείνουν ορισμένους πιθανούς μηχανισμούς που θα μπορούσαν να εξηγούν τη συσχέτιση.

Μία από τις βασικές υποθέσεις αφορά την αυξημένη ενεργειακή πρόσληψη που συνεπάγεται η κατανάλωση τηγανητών, λόγω της υψηλής περιεκτικότητάς τους σε λιπαρά, καθώς και τον σχηματισμό επιβλαβών trans λιπαρών οξέων από τα υδρογονωμένα φυτικά έλαια που χρησιμοποιούνται συχνά στο τηγάνισμα. Επιπλέον, το τηγάνισμα φαίνεται να ευνοεί την παραγωγή χημικών υποπροϊόντων που σχετίζονται με φλεγμονώδεις διεργασίες στον οργανισμό. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι τρόφιμα όπως το τηγανητό κοτόπουλο και οι τηγανητές πατάτες καταναλώνονται συνήθως με υψηλές ποσότητες αλατιού ή συνοδεύονται από σακχαρούχα ποτά, ιδιαίτερα στο πλαίσιο της κατανάλωσης γρήγορου φαγητού.

Τέλος, οι συγγραφείς επισημαίνουν και άλλες αδυναμίες της ανάλυσης, όπως το γεγονός ότι ορισμένες μελέτες επικεντρώθηκαν σε ένα μόνο είδος τηγανητού τροφίμου και όχι στη συνολική κατανάλωση, η ύπαρξη πολλών συγχυτικών παραγόντων που ενδεχομένως επηρέασαν τα αποτελέσματα σχετικά με τη θνητότητα, καθώς και οι σημαντικές διαφοροποιήσεις στον σχεδιασμό των μελετών, οι οποίες βασίστηκαν κυρίως στις αυτοαναφορές και τη μνήμη των συμμετεχόντων.