ΠΥΡΚΑΓΙΕΣ: ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟ 70% ΤΩΝ ΚΑΜΕΝΩΝ ΕΚΤΑΣΕΩΝ ΣΥΝΔΕΕΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΗΛΕΚΤΡΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟ – ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΟΥ ΠΡΟΚΑΛΟΥΝ ΑΝΗΣΥΧΙΑ
Η ανασκόπηση της αντιπυρικής περιόδου από WWF Ελλάς, Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών και Firewatch αναδεικνύει τις ευθύνες των αρμόδιων φορέων – Μόλις 12 μεγάλες πυρκαγιές προκάλεσαν περίπου το 80% των καμένων εκτάσεων
Ιδιαίτερα ανησυχητικά συμπεράσματα για την αντιπυρική περίοδο του 2026 προκύπτουν από την ανασκόπηση που επιμελήθηκαν από κοινού το WWF Ελλάς, η Πυρομετεωρολογική ομάδα FLAME της Μονάδας ΜΕΤΕΟ του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών και το Παρατηρητήριο για τις Δασικές Πυρκαγιές Firewatch.
Τα στοιχεία αναδεικνύουν ένα σοβαρό πρόβλημα που δεν μπορεί να αποδοθεί απλώς στις καιρικές συνθήκες: πάνω από το 70% των καμένων εκτάσεων της φετινής περιόδου συνδέεται με το δίκτυο μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας. Την ίδια στιγμή, μόλις 12 μεγάλες πυρκαγιές ευθύνονται για περίπου το 80% των χαρτογραφημένων καμένων εκτάσεων, αποκαλύπτοντας τη διαχρονική αδυναμία αποτελεσματικής διαχείρισης των μεγάλων και σύνθετων περιστατικών.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ανησυχητική αν συγκριθεί με τα προηγούμενα χρόνια. Σύμφωνα με στοιχεία από πηγές του Πυροσβεστικού Σώματος που περιλαμβάνονται στην έκθεση, το αντίστοιχο ποσοστό των καμένων εκτάσεων που αποδίδεται στο ηλεκτρικό δίκτυο ήταν 35% το 2024 και 50% το 2025. Μέσα σε δύο χρόνια, δηλαδή, καταγράφεται σημαντική αύξηση, χωρίς να μπορεί να αγνοηθεί η ανάγκη ουσιαστικών παρεμβάσεων από τους αρμόδιους διαχειριστές.
Το γεγονός ότι οι πυρομετεωρολογικές συνθήκες του 2026 κινήθηκαν συνολικά κοντά στα κανονικά επίπεδα στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας καθιστά ακόμη πιο δύσκολη την επίκληση του καιρού ως μοναδικής εξήγησης για τις καταστροφές. Όπως επισημαίνουν οι επιστήμονες, η έκταση των ζημιών εξαρτάται και από την πρόληψη, την ετοιμότητα, τον επιχειρησιακό συντονισμό και την ικανότητα αντιμετώπισης μεγάλων πυρκαγιών.
Οι αδυναμίες που παραμένουν
Σύμφωνα με το European Forest Fire Information System (EFFIS), το 2026 κάηκαν περίπου 354.000 στρέμματα. Αν συνυπολογιστούν και μικρότερα περιστατικά που δεν καταγράφονται από το σύστημα, η συνολική έκταση εκτιμάται ότι ξεπερνά τα 400.000 στρέμματα.
Σε σύγκριση με την εικοσαετία 2006-2025, η φετινή αντιπυρική περίοδος κατατάσσεται ως η όγδοη χειρότερη τόσο ως προς τον αριθμό των πυρκαγιών όσο και ως προς τις καμένες εκτάσεις.
Η ανασκόπηση καταγράφει ορισμένες θετικές εξελίξεις, όπως την αποτελεσματική αρχική αντιμετώπιση της πλειονότητας των πυρκαγιών, την ενισχυμένη αξιοποίηση επίγειων δυνάμεων και τη βελτίωση της διερεύνησης των αιτιών από τη Διεύθυνση Αντιμετώπισης Εγκλημάτων Εμπρησμού του Πυροσβεστικού Σώματος.
Ωστόσο, πίσω από αυτές τις επιμέρους βελτιώσεις παραμένουν σημαντικά κενά. Η έκθεση εντοπίζει αδυναμίες στην πρόληψη, στον επιχειρησιακό συντονισμό και κυρίως στην αντιμετώπιση των μεγάλων πυρκαγιών. Παράλληλα, υπογραμμίζει τη συμβολή του ηλεκτρικού δικτύου στην εκδήλωση ιδιαίτερα καταστροφικών περιστατικών και την ανάγκη λήψης στοχευμένων μέτρων, με σαφή ανάληψη ευθύνης από τους αρμόδιους διαχειριστές.
Ένα ακόμη σοβαρό πρόβλημα είναι η απουσία ολοκληρωμένου και διαφανούς συστήματος καταγραφής του πραγματικού κόστους των πυρκαγιών, καθώς και των δαπανών που κατευθύνονται στην πρόληψη, την καταστολή και την αποκατάσταση. Χωρίς πλήρη εικόνα των δαπανών και των αποτελεσμάτων τους, η αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των πολιτικών προστασίας παραμένει προβληματική.
Έντεκα νεκροί και εκτεταμένες περιβαλλοντικές απώλειες
Παρά το γεγονός ότι οι συνολικές καμένες εκτάσεις ήταν χαμηλότερες από τον μέσο όρο της τελευταίας εικοσαετίας, οι ανθρώπινες, κοινωνικοοικονομικές και οικολογικές συνέπειες ήταν σημαντικές.
Σύμφωνα με την ανασκόπηση:
Έντεκα άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, ενώ καταγράφηκαν τραυματισμοί και σημαντικές ζημιές σε κατοικίες, υποδομές και παραγωγικές δραστηριότητες.
Έξι προστατευόμενες περιοχές συνολικής μικτής έκτασης 37.390 στρεμμάτων επηρεάστηκαν από τις πυρκαγιές. Πρόκειται για τρεις περιοχές του δικτύου Natura 2000, έναν Εθνικό Δρυμό και δύο Καταφύγια Άγριας Ζωής.
Περίπου 59.443 στρέμματα κάηκαν ξανά μέσα σε διάστημα μικρότερο των 20 ετών, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητα φυσικής αναγέννησης και αυξάνει τον κίνδυνο μακροχρόνιας υποβάθμισης των δασικών οικοσυστημάτων. Οι εκτάσεις αυτές εντοπίζονται κυρίως στις πυρκαγιές της Κρήτης (Ρέθυμνο), της Καρύστου, της Αττικοβοιωτίας (Πόρτο Γερμενό – Κιθαιρώνας), της Σκύρου και της Πάρου.
Ιδιαίτερα σοβαρές εκτιμώνται οι οικολογικές επιπτώσεις στην Αττικοβοιωτία. Σύμφωνα με τα στοιχεία, τουλάχιστον 1,1 εκατομμύρια στρέμματα έχουν καεί στην Αττική τα τελευταία 20 χρόνια, ενώ το ένα πέμπτο αυτών των εκτάσεων έχει καεί δύο ή περισσότερες φορές. Η επαναλαμβανόμενη καταστροφή περιορίζει τη δυνατότητα φυσικής αναγέννησης και ενισχύει την ανάγκη προστασίας των συγκεκριμένων περιοχών.
Καταγράφηκαν σημαντικές απώλειες σε δασικά οικοσυστήματα που δεν διαθέτουν αποτελεσματικούς μηχανισμούς μεταπυρικής αναγέννησης και εμφανίζουν αυξημένη ευπάθεια στις πυρκαγιές, όπως τα δάση μαύρης πεύκης και ελάτης.
Οι πυρκαγιές επηρέασαν σημαντικές εκτάσεις λευκόδερμης πεύκης στην περιοχή της Τραπεζίτσας Κόνιτσας. Πρόκειται για σπάνιο δασικό είδος υψηλής οικολογικής αξίας, με περιορισμένη εξάπλωση στην Ελλάδα και αβέβαιη δυνατότητα φυσικής αποκατάστασης.
Τα στοιχεία της ανασκόπησης θέτουν σοβαρά ερωτήματα για την αποτελεσματικότητα της αντιπυρικής πολιτικής. Όταν ένα τόσο μεγάλο ποσοστό των καμένων εκτάσεων συνδέεται με το ηλεκτρικό δίκτυο και οι μεγάλες πυρκαγιές εξακολουθούν να προκαλούν το μεγαλύτερο μέρος της καταστροφής, οι γενικές διαβεβαιώσεις περί βελτίωσης της ετοιμότητας δεν αρκούν. Απαιτούνται συγκεκριμένες παρεμβάσεις στην πρόληψη, έλεγχος των υποδομών, διαφάνεια στις δαπάνες και λογοδοσία για τις αδυναμίες που εξακολουθούν να κοστίζουν σε ανθρώπινες ζωές και φυσικό πλούτο.





