ΚΟΥΒΑ: Η ΑΠΟΧΗ ΠΟΥ ΔΟΚΙΜΑΖΕΙ ΤΗ ΣΥΝΕΠΕΙΑ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ
Η Αθήνα άλλαξε ψήφο, ενώ αναγνωρίζει το ανθρωπιστικό κόστος των περιορισμών. Το διακύβευμα είναι η συνέπεια της ελληνικής πολιτικής.
Στις 31 Αυγούστου, το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών ανακοίνωνε συνεισφορά €150.000 στο Παγκόσμιο Επισιτιστικό Πρόγραμμα για την Κούβα. Περιέγραφε μάλιστα πώς οι περιορισμοί στις εισαγωγές καυσίμων διατάρασσαν την ύδρευση, τις συγκοινωνίες και τη διανομή τροφίμων. Δύο μήνες αργότερα, στις 28 Οκτωβρίου, η Ελλάδα απείχε από το ψήφισμα του ΟΗΕ που ζητούσε τον τερματισμό του αμερικανικού εμπάργκο.
Η βοήθεια έχει αξία και μπορεί να συνυπάρχει με μια διπλωματική αποχή, όμως μέχρι σήμερα δεν υπάρχει ειδική ελληνική αιτιολόγηση. Το ουσιαστικό ζήτημα είναι ποια πολιτική υπηρετεί η μεταβολή και αν βελτιώνει τη θέση της χώρας.
Το ψήφισμα εγκρίθηκε με 130 ψήφους υπέρ, 17 κατά και 25 αποχές. Το αντίστοιχο ψήφισμα του 2025 είχε λάβει 165 ψήφους υπέρ, επτά κατά και 12 αποχές, με την Ελλάδα να ψηφίζει υπέρ. Η απόφαση δεν είναι δεσμευτική και δεν καταργεί την αμερικανική νομοθεσία. Καταγράφει όμως τους διεθνείς συσχετισμούς. Η Αθήνα κινήθηκε μαζί με τη Γερμανία, την Ιταλία και άλλους ευρωπαϊκούς εταίρους. Η Ρώμη αιτιολόγησε τη δική της αποχή επικαλούμενη την καθυστέρηση των μεταρρυθμίσεων και το ζήτημα των πολιτικών κρατουμένων. Αναφέρθηκε επίσης στη στάση της Κούβας απέναντι στη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Οι ενστάσεις αυτές έχουν βάρος και πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στην αξιολόγηση της ελληνικής επιλογής.
Υπήρχαν, ωστόσο, και πέρυσι. Το 2025 η Ελλάδα συμμετείχε σε δήλωση 19 κρατών της ΕΕ που ζητούσαν την απελευθέρωση πολιτικών κρατουμένων. Καλούσαν επίσης την Αβάνα να αποτρέψει τη συμμετοχή πολιτών της στον ρωσικό στρατό. Τα ίδια κράτη ψήφισαν υπέρ της άρσης του εμπάργκο. Η Αθήνα είχε ήδη δείξει ότι η αντίθεση στις αμερικανικές κυρώσεις συμβιβάζεται με την αυστηρή κριτική προς την κουβανική κυβέρνηση.
Η κριτική αυτή είναι επιβεβλημένη. Η Διαμερικανική Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων περιγράφει συστηματική καταστολή, αυθαίρετες κρατήσεις και αποκλεισμό των πολιτών από τον έλεγχο της εξουσίας. Αποδίδει στο κουβανικό κράτος την κύρια ευθύνη για την ευημερία του πληθυσμού. Η Αβάνα δεν δικαιούται να επικαλείται το εμπάργκο για να αποφεύγει τη λογοδοσία. Η στήριξη των Κουβανών περιλαμβάνει και την υπεράσπιση της ελευθερίας τους απέναντι στην κυβέρνησή τους.
Με το ίδιο μέτρο πρέπει να κρίνονται και οι υπέρμαχοι της πίεσης. Η οικονομολόγος Tamarys L. Bahamonde, σε ανάλυσή της για το CEDA, θεωρεί πιθανό η αμερικανική πίεση να συνέβαλε στις μεταρρυθμιστικές εξαγγελίες του 2026. Επισημαίνει όμως ότι οι περιορισμοί στις επενδύσεις και στις συναλλαγές δυσκολεύουν την εφαρμογή των ίδιων μεταρρυθμίσεων. Υπενθυμίζει και τις προηγούμενες υπαναχωρήσεις της Αβάνας, που επιβάλλουν επιφυλακτικότητα απέναντι στις υποσχέσεις της.
Η αποτελεσματικότητα των μέτρων χρειάζεται, επομένως, να αποδειχθεί. Απελευθέρωση πολιτικών κρατουμένων, περισσότερες ελευθερίες, χώρος για ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα και πρόσβαση σε βασικά αγαθά: αυτά είναι ελέγξιμα αποτελέσματα. Η μετακίνηση κυβερνήσεων από τη θετική ψήφο στην αποχή μετρά τη διπλωματική επιρροή της Ουάσιγκτον. Δεν αποδεικνύει ότι οι Κουβανοί απέκτησαν περισσότερα δικαιώματα.
Στο μεταξύ, η έλλειψη ενέργειας πλήττει την άντληση νερού, τη μεταφορά τροφίμων και τη λειτουργία υπηρεσιών υγείας. Το καταγράφουν διεθνείς οργανισμοί. Η ελληνική ανακοίνωση για τη βοήθεια αναγνωρίζει τις επιπτώσεις στην ύδρευση, στις συγκοινωνίες και στη διανομή τροφίμων. Το ανθρωπιστικό κόστος πρέπει να συνυπολογίζεται στην επιλογή των μέτρων και στην απόφαση διατήρησής τους. Όποιος υποστηρίζει ότι η πίεση θα ωφελήσει τελικά τον πληθυσμό οφείλει να εξηγεί και πώς αυτός προστατεύεται μέχρι τότε.
Για την Ελλάδα, το θέμα έχει και άμεση ευρωπαϊκή σημασία. Ορισμένες αμερικανικές διατάξεις έχουν συνέπειες και για επιχειρήσεις και πρόσωπα τρίτων χωρών που συναλλάσσονται με την Κούβα. Η ΕΕ έχει θεσπίσει κανονισμό προστασίας απέναντι σε συγκεκριμένες εξωεδαφικές διατάξεις αυτού του είδους. Πρόκειται για την υπεράσπιση νόμιμων ευρωπαϊκών συναλλαγών απέναντι στη μονομερή επιβολή κανόνων από μια τρίτη χώρα.
Η ελληνική αποχή δεν αλλάζει αυτό το νομικό πλαίσιο. Στη φετινή κοινή δήλωση, η ΕΕ εξακολουθεί να απορρίπτει την εξωεδαφική εφαρμογή των σχετικών μέτρων. Καταδικάζει τις παραβιάσεις δικαιωμάτων στην Κούβα και ζητά μεταρρυθμίσεις. Η απόσταση ανάμεσα σε αυτή τη θέση και στις διαφορετικές εθνικές ψήφους είναι το πολιτικό πρόβλημα. Η αποχή και άλλων εταίρων δεν σημαίνει από μόνη της ότι η επιλογή είναι σωστή.
Μια κυβέρνηση ασφαλώς σταθμίζει τις σχέσεις με τις ΗΠΑ, τις ανάγκες ασφάλειας και τις προτεραιότητες των συμμάχων της. Η εξωτερική πολιτική περιλαμβάνει συμβιβασμούς. Η αξία τους, όμως, κρίνεται από το συγκεκριμένο συμφέρον που υπηρετούν και τις εναλλακτικές που υπήρχαν. Διαφορετικά, η επίκληση του εθνικού συμφέροντος γίνεται ένας βολικός τρόπος να εξαιρείται κάθε επιλογή από την κριτική.
Δεν τεκμηριώνεται ότι η αποχή θα στερήσει από την Ελλάδα στήριξη στο Αιγαίο ή στο Κυπριακό. Ούτε έχει αποδειχθεί κάποιο αντάλλαγμα. Η κριτική δεν χρειάζεται τέτοιες εικασίες για να σταθεί. Υπάρχει ζήτημα πολιτικής συνέπειας. Η Αθήνα έχει συμφέρον να πείθει ότι τα κριτήριά της παραμένουν σταθερά, ακόμη και όταν η εφαρμογή τους δυσαρεστεί έναν σύμμαχο.
Η Ελλάδα είχε διαθέσιμη μια συνεπή επιλογή: καταδίκη της καταστολής, στήριξη των πολιτών και αντίθεση στο εμπάργκο και στους εξωεδαφικούς περιορισμούς. Το 2025 τα είχε συνδυάσει στην ίδια διπλωματική στάση. Το 2026 απέσυρε τη θετική ψήφο της, χωρίς δημοσίως τεκμηριωμένο όφελος.
Την ίδια περίοδο, η θέση του Αμερικανού πρέσβη στην Αθήνα παραμένει κενή μετά την παραίτηση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, με την πρεσβεία να λειτουργεί υπό επιτετραμμένο. Το κενό αυτό δεν αποδεικνύει υποβάθμιση των διμερών σχέσεων. Υπενθυμίζει, όμως, την αξία της θεσμικής συνέχειας: η σχέση με την Ουάσιγκτον χρειάζεται σταθερούς διαύλους, σαφείς δεσμεύσεις και αποτελέσματα που να αντέχουν στις αλλαγές προσώπων.
Με αυτά τα κριτήρια πρέπει να αξιολογούνται και οι ελληνικές επιλογές. Η συνεργασία με τις ΗΠΑ μπορεί να συνυπάρχει με διαφωνίες σε συγκεκριμένα ζητήματα, όπως έδειχνε η προηγούμενη ελληνική στάση για την Κούβα. Για μια χώρα που ζητά από άλλους να υπερασπίζονται διεθνείς κανόνες ακόμη και όταν τους δυσκολεύουν, η συνέπεια αποτελεί μέρος της ισχύος της, και πρέπει να αντέχει ακόμη κι όταν δυσαρεστεί έναν σύμμαχο.





