Πώς η ενεργειακή διπλωματία μπορεί να οδηγήσει την ΕΕ στην αποδέσμευση των ρωσικών περιουσιακών στοιχείων υπέρ των ΗΠΑ
Γράφει ο Andrew Korybko
Η Ρωσία θα μπορούσε να μεταβιβάσει νόμιμα στις ΗΠΑ την κυριότητα των δεσμευμένων περιουσιακών της στοιχείων. Στη συνέχεια, τα χρήματα θα μπορούσαν να επιστραφούν στη Μόσχα με αντάλλαγμα αμερικανικά μερίδια στον ενεργειακό της τομέα, τα οποία θα μπορούσαν επίσης να αποτρέψουν τις ουκρανικές επιθέσεις εναντίον του. Πρώτα, όμως, ο Τραμπ θα πρέπει να εξασφαλίσει από την Ευρώπη την αποδέσμευση των κεφαλαίων που, μετά τη μεταβίβαση, θα θεωρούνταν αμερικανικά.
Ο Πολωνός υπουργός Εξωτερικών Ράντοσλαβ Σικόρσκι δήλωσε με δραματικό τρόπο, κατά τη διάρκεια του Φόρουμ Ασφαλείας της Βαρσοβίας, ότι τα δεσμευμένα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία στην Ευρώπη θα επιστρέψουν μόνο «πάνω από τα πτώματά μας». Η δήλωση συνέπεσε με δημοσίευμα των Financial Times, σύμφωνα με το οποίο «οι ΗΠΑ εξετάζουν την αποδέσμευση ορισμένων ρωσικών περιουσιακών στοιχείων, ώστε να επανεκκινήσουν οι συνομιλίες για την ειρήνη στην Ουκρανία». Ο ειδικός απεσταλμένος του Τραμπ, Στιβ Γουίτκοφ, και ο Τζάρεντ Κούσνερ φέρεται να πρότειναν την προηγούμενη εβδομάδα «να μεταφερθούν σε ένα νέο χρηματοοικονομικό όχημα ειδικού σκοπού, υπό την εποπτεία της Ουάσιγκτον».
Παρά την αντίθεση των Ευρωπαίων, ένα τέτοιο σχέδιο θα μπορούσε να υλοποιηθεί μέσω δημιουργικής ενεργειακής διπλωματίας. Τον Απρίλιο του 2025 είχε εξηγηθεί πώς οι αγωγοί φυσικού αερίου και τα κατασχεμένα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία θα μπορούσαν να προσφέρουν στις ΗΠΑ σημαντική επιρροή στην ΕΕ. Η Ρωσία θα μπορούσε να μεταβιβάσει νόμιμα στις ΗΠΑ, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, την κυριότητα των περιουσιακών στοιχείων της που έχουν δεσμευτεί στην Ευρώπη. Αυτό θα μπορούσε να γίνει ως πληρωμή για μεγάλες αγορές αεροσκαφών Boeing, όπως φέρεται να είχε συζητηθεί τότε, ή να επιτρέψει στις ΗΠΑ να επιστρέψουν τα κεφάλαια στη Ρωσία με αντάλλαγμα μερίδια στους αγωγούς της ή σε ενεργειακές εταιρείες.
Και τα τρία πιθανά ανταλλάγματα είναι ελκυστικά για την κυβέρνηση Τραμπ, ιδίως τα δύο τελευταία, καθώς οι ΗΠΑ προχωρούν προς μια στρατηγική εταιρική σχέση με τη Ρωσία, η οποία βασίζεται στους φυσικούς πόρους και βρίσκεται υπό διαπραγμάτευση εδώ και καιρό. Αυτό, σύμφωνα με τον αρθρογράφο, επιβεβαιώνεται από τη συμφωνία για το ντίζελ, τη σημασία της οποίας σε αυτό το πλαίσιο αναλύει εδώ. Τα νεότερα δημοσιεύματα για την επιδίωξη των ΗΠΑ να αποκτήσουν μερίδιο στον Nord Stream, ενδεχομένως αργότερα και στους αγωγούς Yamal ή/και Brotherhood, συμπίπτουν με ξεχωριστή αναφορά για τα σχέδια μιας μεγάλης ενεργειακής συμφωνίας, στο πλαίσιο συμβιβασμού για τον τερματισμό της σύγκρουσης στην Ουκρανία.
Η βασική ιδέα είναι ότι οι εξαγωγές ρωσικού φυσικού αερίου μέσω αγωγών προς την Ευρώπη θα μπορούσαν να επαναληφθούν, ενισχύοντας την οικονομία της Ένωσης, η οποία βρίσκεται σε φθίνουσα πορεία. Η οικονομική ανάκαμψη θα αύξανε, με τη σειρά της, τη δυνατότητα της ευρωπαϊκής αγοράς να αγοράζει αμερικανικά προϊόντα και υπηρεσίες. Αυτό θα συνέβαινε υπό την προϋπόθεση ότι οι ΗΠΑ θα είχαν μερίδια στα συγκεκριμένα έργα, διατηρώντας έτσι διαρκή επιρροή στις μεταπολεμικές σχέσεις Ρωσίας και ΕΕ. Τα μερίδια αυτά θα μπορούσαν να εξασφαλιστούν μέσω της επιστροφής των δεσμευμένων ρωσικών κεφαλαίων, εφόσον η Ρωσία μεταβίβαζε πρώτα νόμιμα την κυριότητά τους στις ΗΠΑ, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει.
Παράλληλα, οι συνεχιζόμενες επιθέσεις του Ζελένσκι κατά των ρωσικών ενεργειακών υποδομών, παρά τις απαιτήσεις του Τραμπ να σταματήσουν, θα μπορούσαν να αποτραπούν εάν οι ΗΠΑ αποκτούσαν μερίδια σε μεγάλες ρωσικές ενεργειακές εταιρείες. Διαφορετικά, η Ουάσιγκτον θα μπορούσε να δικαιολογήσει τη διακοπή της παροχής όπλων και πληροφοριών στην Ουκρανία, επειδή θα πλήττονταν επενδύσεις που θα ανήκαν πλέον στις ΗΠΑ. Σε κάθε περίπτωση, η σύγκρουση πιθανότατα θα τερματιζόταν σύντομα. Για να φτάσει σε αυτό το αποτέλεσμα, όμως, οι ΗΠΑ θα πρέπει να έχουν την πολιτική βούληση να πιέσουν την ΕΕ να αποδεσμεύσει τα κεφάλαια που θα είχαν θεωρητικά μεταβιβαστεί στην αμερικανική κυριότητα.
Για παράδειγμα, η απειλή επιβολής εξοντωτικών δασμών ή/και απόσυρσης σημαντικού μέρους των αμερικανικών δυνάμεων από την Ευρώπη θα μπορούσε να αρκέσει ώστε η Ένωση να αποδεσμεύσει τα χρήματα, τα οποία τότε θα θεωρούνταν νομικά αμερικανικά. Τα κεφάλαια θα μπορούσαν στη συνέχεια να χρηματοδοτήσουν μεγάλες αγορές ρωσικών προϊόντων από τις ΗΠΑ ή να χρησιμοποιηθούν για την απόκτηση αμερικανικών μεριδίων στον ρωσικό ενεργειακό τομέα. Η ΕΕ βρίσκεται σε δύσκολη οικονομική κατάσταση και, κατά τον αρθρογράφο, οι ηγεσίες της φοβούνται υπερβολικά τη Ρωσία. Ο συνδυασμός των παραπάνω απειλών, εκτιμά, θα μπορούσε να αρκέσει ώστε η Ένωση να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις του Τραμπ.
Το ακραίο σενάριο, στο οποίο οι ΗΠΑ θα διέκοπταν πλήρως τη στήριξη προς την Ουκρανία αν ο Ζελένσκι αγνοούσε τις απαιτήσεις του Τραμπ και συνέχιζε να πλήττει επενδύσεις που θα ανήκαν πλέον στις ΗΠΑ στον ρωσικό ενεργειακό τομέα, σε συνδυασμό με εξοντωτικούς δασμούς στην ΕΕ και μαζική απόσυρση αμερικανικών δυνάμεων από την Ευρώπη, δεν θα ήταν βιώσιμο. Η Ουκρανία θα κατέρρεε γρήγορα και, στη συνέχεια, η ΕΕ θα αντιμετώπιζε τη δική της κρίση. Το μόνο που θα χρειαζόταν ο Τραμπ, καταλήγει ο αρθρογράφος, θα ήταν να συγκεντρώσει την πολιτική βούληση για να υλοποιήσει αυτές τις απειλές. Τότε, η σύγκρουση στην Ουκρανία θα τερματιζόταν σύντομα.





