Το παράδοξο της Ινδονησίας: πράσινες δεσμεύσεις, βιομηχανική ανάπτυξη και η «σιωπηλή» επιστροφή του άνθρακα

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

 

Η Ινδονησία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια κρίσιμη αντίφαση στην ενεργειακή της πολιτική: ενώ σε επίπεδο διεθνών δεσμεύσεων προβάλλει τη μετάβαση σε ένα πιο «πράσινο» ενεργειακό μείγμα, στην πράξη η ταχύτατη εξάπλωση των δεσμευμένων (off-grid) σταθμών ηλεκτροπαραγωγής με άνθρακα υπονομεύει τους ίδιους της τους στόχους απεξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ποσοτικό, αλλά κυρίως θεσμικό και πολιτικό, καθώς συνοδεύεται από σοβαρή έλλειψη διαφάνειας και μηχανισμών ελέγχου των εκπομπών.

Οι δεσμευμένοι σταθμοί ηλεκτροπαραγωγής κατασκευάζονται και λειτουργούν από βιομηχανίες αποκλειστικά για ιδιοκατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας, εκτός του κεντρικού δικτύου.

Στην Ινδονησία, η ανάπτυξή τους επιταχύνθηκε τα τελευταία χρόνια λόγω της ραγδαίας επέκτασης της βιομηχανίας νικελίου, η οποία αποτελεί βασικό κρίκο στην παγκόσμια αλυσίδα παραγωγής μπαταριών και ηλεκτρικών οχημάτων. Έτσι, μια βιομηχανία που συνδέεται έμμεσα με την «πράσινη μετάβαση» διεθνώς, τροφοδοτείται εσωτερικά από τον πιο ρυπογόνο ενεργειακό πόρο.

Σύμφωνα με ανεξάρτητες ερευνητικές εκτιμήσεις, η συνολική ισχύς των δεσμευμένων ανθρακικών μονάδων που λειτουργούν, κατασκευάζονται ή βρίσκονται στο στάδιο του σχεδιασμού ξεπερνά πλέον τα 31 γιγαβάτ.

Το μέγεθος αυτό είναι σημαντικά υψηλότερο από προηγούμενες επίσημες εκτιμήσεις και αποκαλύπτει ένα «τυφλό σημείο» στον ενεργειακό σχεδιασμό της χώρας. Χωρίς αξιόπιστη εικόνα της πραγματικής παραγωγικής ικανότητας άνθρακα, καθίσταται εξαιρετικά δύσκολος , αν όχι αδύνατος,  ο ρεαλιστικός σχεδιασμός αντικατάστασης αυτών των μονάδων με ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Η κατάσταση περιπλέκεται περαιτέρω από το θεσμικό πλαίσιο.

Παρότι η Ινδονησία έχει δεσμευτεί να επιτύχει καθαρές μηδενικές εκπομπές έως το 2060 και να μην θέτει σε λειτουργία νέους ανθρακικούς σταθμούς, οι δεσμευμένες μονάδες εξαιρέθηκαν από αυτή την απαγόρευση. Η εξαίρεση βασίστηκε στην υπόσχεση ότι οι συγκεκριμένες εγκαταστάσεις θα μειώσουν τις εκπομπές τους κατά 35% μέσα στην πρώτη δεκαετία λειτουργίας τους. Ωστόσο, δεν υπάρχει δημόσια προσβάσιμο σύστημα παρακολούθησης, ούτε σαφές πλαίσιο επαλήθευσης αυτών των μειώσεων.

Αυτή η απουσία διαφάνειας δημιουργεί εύλογες αμφιβολίες για την αξιοπιστία των δεσμεύσεων και στέλνει ένα αντιφατικό μήνυμα προς τους διεθνείς εταίρους της χώρας.

Η Ινδονησία συμμετέχει στη Σύμπραξη για τη Δίκαιη Ενεργειακή Μετάβαση (JETP), μέσω της οποίας ανεπτυγμένες χώρες έχουν δεσμευτεί να στηρίξουν χρηματοδοτικά την απεξάρτησή της από τα ορυκτά καύσιμα. Ωστόσο, οι δεσμευμένοι σταθμοί άνθρακα αρχικά εξαιρέθηκαν από το πλαίσιο της συμφωνίας, γεγονός που περιορίζει την αποτελεσματικότητά της.

Ένα μη δεσμευτικό σχέδιο πολιτικής εκτιμά ότι απαιτούνται επενδύσεις περίπου 31 δισ. δολαρίων έως το 2030 για να ξεκινήσει ουσιαστικά η μετάβαση των δεσμευμένων μονάδων σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Το ποσό αυτό αναδεικνύει το μέγεθος της πρόκλησης, αλλά και τον κίνδυνο να παγιωθεί ένα παράλληλο, «αόρατο» ενεργειακό σύστημα υψηλών εκπομπών, το οποίο δεν θα ελέγχεται επαρκώς από την κεντρική πολιτική.

Τελικά, η περίπτωση της Ινδονησίας καταδεικνύει ότι η ενεργειακή μετάβαση δεν κρίνεται μόνο από τους επίσημους στόχους και τις διεθνείς συμφωνίες, αλλά από τη συνοχή της εσωτερικής πολιτικής και την ικανότητα παρακολούθησης όλων των πηγών εκπομπών. Χωρίς πλήρη καταγραφή, διαφάνεια και δεσμευτικούς μηχανισμούς ελέγχου, ο κίνδυνος είναι η απεξάρτηση από τον άνθρακα να παραμείνει περισσότερο ρητορική παρά πραγματικότητα.