Σε οριακό σημείο οι σχέσεις Σαουδικής Αραβίας – ΗΑΕ για το μέλλον της Υεμένης: Φόβοι για νέο μέτωπο σύγκρουσης στον Νότο

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Οι σχέσεις μεταξύ της Σαουδικής Αραβίας και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων δοκιμάζονται σοβαρά, καθώς η διαφωνία τους για το πολιτικό μέλλον της Υεμένης και το ενδεχόμενο ανακήρυξης ανεξάρτητου κράτους στο νότιο τμήμα της χώρας έχει φτάσει σε επικίνδυνο σημείο κλιμάκωσης. Διπλωματικές πηγές εκτιμούν ότι η αντιπαράθεση αυτή μπορεί να πυροδοτήσει νέο εμφύλιο πόλεμο στον Νότο και να επεκταθεί ευρύτερα στην περιοχή, από το Σουδάν έως το Κέρας της Αφρικής, όπου οι δύο χώρες συχνά στηρίζουν αντίπαλα στρατόπεδα.

Η Υεμένη κινδυνεύει να μετατραπεί σε κεντρικό πεδίο ανταγωνισμού ανάμεσα στα δύο πλούσια κράτη του Κόλπου, όχι μόνο για πολιτική επιρροή αλλά και για τον έλεγχο στρατηγικών θαλάσσιων οδών και εμπορικών διόδων. Τα ΗΑΕ έχουν εμπλακεί ενεργά στη χώρα εδώ και χρόνια, στηρίζοντας το Νότιο Μεταβατικό Συμβούλιο (STC), ένα κίνημα που επιδιώκει την απόσχιση του νότου και την αποκατάσταση της ανεξαρτησίας που είχε πριν από την ενοποίηση του 1990.

Για μεγάλο διάστημα, πολλοί διπλωμάτες  θεωρούσαν ότι το Άμπου Ντάμπι θα πίεζε το STC να μετριάσει τις φιλοδοξίες του, αποδεχόμενο μια λύση αυξημένης αυτονομίας ή μεγαλύτερης εκπροσώπησης στο Προεδρικό Συμβούλιο Ηγεσίας της Υεμένης. Ωστόσο, αυτή η εκτίμηση φαίνεται πλέον να διαψεύδεται.

Η Σαουδική Αραβία παραδοσιακά αντιμετώπιζε την Υεμένη ως ζώνη άμεσου στρατηγικού ενδιαφέροντος. Αρχικά επιχείρησε να συντρίψει τους αντάρτες Χούτι, που υποστηρίζονται από το Ιράν, με εκτεταμένους βομβαρδισμούς από το 2015, ενώ αργότερα, υπό διεθνή πίεση, στράφηκε στη διπλωματία, επιδιώκοντας μια συμφωνία μεταξύ Χούτι και της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης στο Άντεν.

Τον τελευταίο μήνα, όμως, οι εξελίξεις άλλαξαν δραματικά. Η Σαουδική Αραβία κατηγόρησε έμμεσα τα ΗΑΕ ότι παραβιάζουν «κόκκινες γραμμές», μετά από σαουδαραβικούς βομβαρδισμούς οχημάτων στο λιμάνι της Μουκάλα, τα οποία όπως υποστήριξε το Ριάντ, είχαν αποσταλεί για λογαριασμό του STC και προέρχονταν από λιμάνι των Εμιράτων. Η σαουδαραβική ηγεσία προειδοποίησε με αυστηρό τόνο ότι οποιαδήποτε απειλή κατά της εθνικής της ασφάλειας δεν θα γίνει ανεκτή και θα αντιμετωπιστεί με όλα τα διαθέσιμα μέσα.

Την ίδια στιγμή, τα ΗΑΕ εδώ και χρόνια εξετάζουν συστηματικά τις εμπορικές και γεωστρατηγικές ευκαιρίες στην Υεμένη. Εκμεταλλευόμενα τη λαϊκή δυσαρέσκεια στον Νότο και τη νοσταλγία για την παλιά ανεξαρτησία, επέλεξαν να επενδύσουν πολιτικά και στρατιωτικά στο STC. Η επιλογή αυτή αποδείχθηκε αποτελεσματική: το 2019 το STC αναγνωρίστηκε επίσημα ως πολιτικός παίκτης και απέκτησε έδρες στο Προεδρικό Συμβούλιο.

Ο ηγέτης του STC, Αϊντάρους αλ-Ζουμπάιντι, μετά από χρόνια περιθωριοποίησης στις διαδικασίες του ΟΗΕ, κατάφερε σταδιακά να αποκτήσει διεθνή ορατότητα, συμμετέχοντας ακόμη και σε κορυφαία διεθνή φόρα. Ωστόσο, το STC δεν εγκατέλειψε ποτέ τον στόχο της πλήρους απόσχισης, θεωρώντας ότι ακόμη και εντός του κυβερνητικού σχήματος παραμένει υποβαθμισμένο.

Τον Δεκέμβριο, το STC εκμεταλλεύτηκε το κενό ισχύος και ανέπτυξε δυνάμεις στο Χαντραμάουτ, τη μεγαλύτερη και πλουσιότερη επαρχία του Νότου, αποκτώντας σχεδόν πλήρη έλεγχο των εδαφών της πρώην Νότιας Υεμένης, συμπεριλαμβανομένων κρίσιμων πετρελαϊκών πεδίων. Η επέκταση προς την αλ-Μάχρα ολοκλήρωσε την εικόνα, προκαλώντας έντονο συναγερμό στο Ριάντ.

Η Σαουδική Αραβία αντέδρασε με έντονη διπλωματική πίεση προς τα ΗΑΕ, απαιτώντας την αποχώρηση του STC και προειδοποιώντας ότι ακόμη και αν επικρατήσει στρατιωτικά, ένα ανεξάρτητο νότιο κράτος δεν θα τύχει διεθνούς αναγνώρισης και θα παραμείνει απομονωμένο. Παρά τις κινήσεις αυτές, το Άμπου Ντάμπι δεν δείχνει διατεθειμένο να υποχωρήσει, ενώ η πρόσφατη ανακοίνωση απόσυρσης περιορισμένων εμιρατινών δυνάμεων θεωρείται περισσότερο συμβολική παρά ουσιαστική.

Αναλυτές στον Κόλπο εκτιμούν ότι η σύγκρουση εισέρχεται σε πιο επικίνδυνη φάση, με τον ανταγωνισμό να μετατρέπεται από έμμεσο σε πιο άμεσο. Την ίδια ώρα, οι αντάρτες Χούτι ενδέχεται να επωφεληθούν από το ρήγμα μεταξύ των δύο βασικών αντιπάλων τους, καθώς ο συνασπισμός που απέτυχε να τους νικήσει εμφανίζεται πλέον διχασμένος.

Οι δυτικές κυβερνήσεις, ακολουθώντας σε μεγάλο βαθμό τη στάση των ΗΠΑ, αποφεύγουν τη δημόσια σύγκρουση με τα ΗΑΕ, ωστόσο στο ζήτημα της Υεμένης φαίνεται να κλίνουν υπέρ της διατήρησης ενός ενιαίου κράτους, στοιχείο που τις φέρνει πιο κοντά στις σαουδαραβικές θέσεις. Το αν η κρίση αυτή θα εξελιχθεί σε ανοιχτή αντιπαράθεση ή θα ανακοπεί μέσω διπλωματικών συμβιβασμών παραμένει ανοιχτό, με τις συνέπειες να απειλούν τη συνολική σταθερότητα της περιοχής.