Κρυφές αποδοχές στην κορυφή της ΕΚΤ – Ο πραγματικός μισθός της Λαγκάρντ εκθέτει τις Βρυξέλλες

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Έντονη συζήτηση και κύμα αντιδράσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο έχει προκαλέσει αποκαλυπτικό ρεπορτάζ των Financial Times, σύμφωνα με το οποίο η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί εμφανίζουν επισήμως μειωμένες τις πραγματικές αποδοχές της προέδρου της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ.

Όπως προκύπτει από την έρευνα της βρετανικής εφημερίδας, ο μισθός που δημοσιοποιείται απέχει σημαντικά από το συνολικό εισόδημα που λαμβάνει η επικεφαλής της κεντρικής τράπεζας της ευρωζώνης.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που συγκέντρωσαν οι Financial Times, το 2024 τα συνολικά έσοδα της Κριστίν Λαγκάρντ ανήλθαν σε περίπου 726.000 ευρώ. Το ποσό αυτό υπερβαίνει κατά περισσότερο από 50% τον «βασικό» μισθό των 466.000 ευρώ, τον οποίο η ΕΚΤ αναφέρει στις επίσημες ετήσιες εκθέσεις της.

Η διαφορά αυτή αναδεικνύει, όπως σημειώνει η εφημερίδα, τα περιορισμένα όρια διαφάνειας που εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν τη γνωστοποίηση των αμοιβών στα ανώτατα κλιμάκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Πέρα από τον βασικό μισθό, η πρόεδρος της ΕΚΤ λαμβάνει επιπλέον σημαντικά ποσά μέσω επιδομάτων. Ειδικότερα, περίπου 135.000 ευρώ ετησίως καταβάλλονται για παροχές που σχετίζονται με στέγαση και άλλες διευκολύνσεις, αυξάνοντας αισθητά το συνολικό της εισόδημα.

Παράλληλα, η Λαγκάρντ αμείβεται και για τη συμμετοχή της στο διοικητικό συμβούλιο της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών (BIS), της λεγόμενης «τράπεζας των κεντρικών τραπεζών», όπου συγκαταλέγεται στα 18 μέλη του οργάνου. Από τη συγκεκριμένη θέση εκτιμάται ότι εισπράττει επιπλέον περίπου 125.000 ευρώ τον χρόνο.

Αξιοσημείωτο είναι ότι οι αμοιβές αυτές δεν αποτυπώνονται αναλυτικά στις εκθέσεις της ΕΚΤ, ενώ ούτε η BIS δημοσιοποιεί τα ατομικά εισοδήματα των μελών του διοικητικού της συμβουλίου, παρά μόνο τα συνολικά ποσά.

Η πρακτική αυτή έρχεται σε αντίθεση με όσα ισχύουν στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου ο πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας, Τζερόμ Πάουελ, δεν λαμβάνει καμία πρόσθετη αμοιβή για τη συμμετοχή του στην BIS, καθώς η αμερικανική νομοθεσία απαγορεύει σε δημόσιους αξιωματούχους να αμείβονται από μη αμερικανικούς οργανισμούς.

Η σύγκριση των δύο περιπτώσεων είναι ενδεικτική: τα συνολικά εισοδήματα της Κριστίν Λαγκάρντ εμφανίζονται σχεδόν τετραπλάσια από εκείνα του Τζερόμ Πάουελ, του οποίου ο μισθός καθορίζεται αυστηρά από την ομοσπονδιακή νομοθεσία και σήμερα δεν μπορεί να ξεπεράσει τα 203.000 δολάρια ετησίως.

Ακόμη και αν ληφθεί υπόψη μόνο ο βασικός μισθός της, η πρόεδρος της ΕΚΤ παραμένει η καλύτερα αμειβόμενη αξιωματούχος στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ξεπερνώντας αισθητά άλλους κορυφαίους θεσμικούς παράγοντες, όπως την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της οποίας οι αποδοχές είναι σημαντικά χαμηλότερες.

Το ζήτημα, όπως αναδεικνύεται από το δημοσίευμα, εγείρει ευρύτερα ερωτήματα για την πολιτική αμοιβών στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και για το κατά πόσο αυτή ευθυγραμμίζεται περισσότερο με τις πρακτικές της ιδιωτικής πολυεθνικής οικονομίας παρά με τις αρχές διαφάνειας και λογοδοσίας που αναμένονται από δημόσιους οργανισμούς.

Παρά το γεγονός ότι οι συνολικές αποδοχές της Λαγκάρντ θεωρούνται υψηλές για τα δεδομένα της δημόσιας διοίκησης, υπογραμμίζεται ότι παραμένουν «μετριοπαθείς» αν συγκριθούν με τους μισθούς ανώτατων στελεχών μεγάλων ευρωπαϊκών επιχειρήσεων

Αυτή βέβαια είναι μια ατυχής σύγκρισξ  δεν παύει να προκαλεί πολιτικές και κοινωνικές αντιδράσεις.