Elbit, ΝΑΤΟ και Ελλάδα-Το σκάνδαλο διαφθοράς που συναντά τα ελληνικά εξοπλιστικά

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

 

Το σκάνδαλο διαφθοράς που αποκαλύπτεται στον μηχανισμό προμηθειών του ΝΑΤΟ δεν αφορά απλώς εσωτερικές δυσλειτουργίες ενός υπερεθνικού οργανισμού. Αγγίζει άμεσα κράτη-μέλη, δισεκατομμύρια ευρώ δημόσιων πόρων και κρίσιμες αμυντικές επιλογές.

Η αναστολή της Elbit Systems που ειναι η μεγαλύτερη αμυντική βιομηχανία του Ισραήλ, από την Υπηρεσία Υποστήριξης και Προμηθειών του ΝΑΤΟ (NSPA) και η έκδοση διεθνούς εντάλματος σύλληψης για πρόσωπο που φέρεται να συνδέεται στενά με την εταιρεία, επαναφέρουν με ένταση το ζήτημα της διαφάνειας στον ευαίσθητο τομέα των στρατιωτικών συμβάσεων.

Για την Ελλάδα, η υπόθεση δεν είναι θεωρητική· είναι απολύτως συγκεκριμένη.

Η Elbit Systems βρίσκεται στο επίκεντρο ερευνών για συστηματική δωροδοκία στελεχών της NSPA, με σκοπό την εξασφάλιση προνομιακής μεταχείρισης σε συμβάσεις προμήθειας στρατιωτικού υλικού προς το ΝΑΤΟ και τα κράτη που είναι μέλη του.

Οι έρευνες, που εκτείνονται σε πολλές χώρες της Ευρώπης και τις Ηνωμένες Πολιτείες, έχουν ήδη οδηγήσει σε συλλήψεις και σε προσωρινό αποκλεισμό της εταιρείας από νέους διαγωνισμούς.

Παρότι η ίδια η Elbit αρνείται κάθε εμπλοκή σε παράνομες πρακτικές και δεν έχει επισήμως κατηγορηθεί ποινικά, η απόφαση της NSPA να παγώσει συμβάσεις και να αναστείλει τη συμμετοχή της αποτελεί ισχυρή ένδειξη ότι οι υποψίες κρίθηκαν επαρκώς σοβαρές.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα προχώρησε στην έγκριση ενός από τα μεγαλύτερα εξοπλιστικά προγράμματα του Στρατού Ξηράς των τελευταίων δεκαετιών: την αγορά 36 πυραυλικών συστημάτων PULS από την Elbit Systems, συνολικής αξίας που εκτιμάται μεταξύ 650 και 700 εκατ. ευρώ.

Η απόφαση ελήφθη από τη Βουλή σε κλειστή συνεδρίαση, με περιορισμένη δημοσιοποίηση στοιχείων και χωρίς ουσιαστική δημόσια διαβούλευση. Η κυβέρνηση επικαλέστηκε την ανάγκη ενίσχυσης της αποτρεπτικής ικανότητας της χώρας, παρουσιάζοντας το πρόγραμμα ως κρίσιμο για την εθνική άμυνα.

Η χρονική σύμπτωση, ωστόσο, είναι δύσκολο να αγνοηθεί. Λίγες ημέρες μετά τις αποκαλύψεις για την αναστολή της Elbit από τον μηχανισμό προμηθειών του ΝΑΤΟ, η Ελλάδα επικύρωσε μια σύμβαση εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ με την ίδια εταιρεία.

Κυβερνητικές πηγές επιχείρησαν να αποσυνδέσουν τα δύο γεγονότα, υποστηρίζοντας ότι η εκεχειρία στη Γάζα επέτρεψε το «ξεπάγωμα» της προμήθειας των PULS. Όμως το πρόγραμμα είχε συμφωνηθεί και δρομολογηθεί μήνες πριν, γεγονός που υπονομεύει την επίσημη αφήγηση περί αιφνίδιας ενεργοποίησης.

Η υπόθεση φωτίζει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα των ελληνοϊσραηλινών σχέσεων στον τομέα της άμυνας.

ην τελευταία δεκαετία, η συνεργασία Αθήνας–Τελ Αβίβ έχει εμβαθυνθεί σημαντικά, με κοινές ασκήσεις, ανταλλαγή τεχνογνωσίας και μεγάλα εξοπλιστικά προγράμματα.

Η Elbit έχει ήδη ισχυρό αποτύπωμα στην Ελλάδα, από την εκπαίδευση πιλότων της Πολεμικής Αεροπορίας έως προηγμένα οπλικά και ηλεκτρονικά συστήματα. Η στρατηγική αυτή σύγκλιση παρουσιάζεται από την ελληνική πλευρά ως πυλώνας σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο και ως αντιστάθμισμα σε περιφερειακές απειλές.

Ωστόσο, το σκάνδαλο στο ΝΑΤΟ εισάγει έναν κρίσιμο παράγοντα αβεβαιότητας.

Όταν μια εταιρεία που αποτελεί βασικό προμηθευτή των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων βρίσκεται υπό διεθνή έρευνα για διαφθορά, τα ερωτήματα δεν μπορούν να περιοριστούν στο επίπεδο της επιχειρησιακής αποτελεσματικότητας.

Αγγίζουν τη θεσμική αξιοπιστία, τη διαφάνεια στη διαχείριση δημόσιου χρήματος και τη διεθνή εικόνα της χώρας.

Η Ελλάδα, ως κράτος μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, καλείται να εξηγήσει πώς συνδυάζει την ενεργό συμμετοχή της στους μηχανισμούς ελέγχου της Συμμαχίας με την υπογραφή συμβάσεων τέτοιου μεγέθους με εταιρείες που τελούν υπό αυστηρό έλεγχο.

Την ίδια στιγμή, η υπόθεση αναδεικνύει ένα διαχρονικό πρόβλημα: την περιορισμένη λογοδοσία στα εξοπλιστικά προγράμματα.

Οι κλειστές συνεδριάσεις, η επίκληση λόγων «εθνικής ασφάλειας» και η ελάχιστη δημόσια πληροφόρηση δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο οι πολιτικές αποφάσεις λαμβάνονται μακριά από ουσιαστικό έλεγχο.

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, το σκάνδαλο της Elbit δεν αποτελεί απλώς ένα διεθνές ζήτημα διαφθοράς, αλλά έναν καθρέφτη των αδυναμιών του ίδιου του ελληνικού συστήματος εξοπλισμών.

Καθώς οι έρευνες στο ΝΑΤΟ βρίσκονται σε εξέλιξη και νέα στοιχεία έρχονται στο φως, η ελληνική εμπλοκή καθιστά σαφές ότι οι εξελίξεις αυτές δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν ως «ξένη υπόθεση». Αντίθετα, πρόκειται για μια δοκιμασία πολιτικής ευθύνης και θεσμικής σοβαρότητας, με άμεσες συνέπειες για την αξιοπιστία της χώρας και τον τρόπο με τον οποίο επενδύονται τεράστια ποσά στο όνομα της εθνικής άμυνας.