ΥΠΟΚΛΟΠΕΣ: Η ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΤΟ ΑΡΧΕΙΟ ΚΑΙ ΤΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ – ΝΕΟ «ΜΠΛΟΚΟ» ΣΤΗΝ ΕΡΕΥΝΑ

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Νέα φωτιά στην υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών, με τη δικογραφία να παραμένει στο αρχείο και την προσπάθεια για νέα έρευνα να προσκρούει σε εισαγγελικό «τείχος». Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευάγγελoς Μπακέλας, εξετάζοντας τέσσερα διαφορετικά αιτήματα, αποφάσισε να μην ανασύρει προς το παρόν τη δικογραφία, επικαλούμενος νομικούς λόγους και την απουσία, κατά την κρίση του, επαρκών νέων στοιχείων.

Και εδώ βρίσκεται το μεγάλο πολιτικό και θεσμικό ερώτημα: πόσα ακόμη πρέπει να προκύψουν για να ξανανοίξει μια υπόθεση που εδώ και τέσσερα χρόνια προκαλεί πολιτικό σεισμό και αφήνει βαριά ερωτήματα για τη λειτουργία των θεσμών;

Η απόφαση αφορά αιτήματα που είχαν καταθέσει ο πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς, ο πρώην υπουργός Χρήστος Σπίρτζης και ο δικηγόρος Ζαχαρίας Κεσσές, ο οποίος εκπροσωπεί θύματα των παρακολουθήσεων. Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου φέρεται να εξέτασε ξεχωριστά κάθε αίτημα και να κατέληξε σε χωριστές πράξεις, με ειδική αιτιολογία για την κάθε περίπτωση.

Το αποτέλεσμα όμως είναι ένα: νέα έρευνα δεν διατάσσεται τώρα.

Για τον Αντώνη Σαμαρά, ο οποίος ζητούσε την πλήρη διαλεύκανση της παγίδευσής του, το σκεπτικό φέρεται να είναι ότι δεν προσκομίστηκαν νέα στοιχεία πέραν όσων είχαν ήδη εξεταστεί σε προηγούμενες έρευνες. Η υπόθεση είχε περάσει από τα χέρια εισαγγελικών λειτουργών και είχε αποτελέσει αντικείμενο προηγούμενης διερεύνησης.

Στην περίπτωση του Χρήστου Σπίρτζη, το αίτημα στηρίχθηκε μεταξύ άλλων σε emails από το κινητό του, ένα εκ των οποίων έφερε την ένδειξη «απόρρητο». Ωστόσο, σύμφωνα με την εισαγγελική κρίση, δεν προέκυψε κάτι που να θεωρείται πραγματικά νέο σε σχέση με όσα είχαν εξεταστεί στην πολύμηνη πρωτοβάθμια δίκη των τεσσάρων ιδιωτών που καταδικάστηκαν για την υπόθεση.

Και κάπου εδώ το σκηνικό γίνεται ακόμη πιο παράδοξο. Η υπόθεση έχει ήδη οδηγήσει σε βαριές πρωτόδικες καταδίκες, η δικαστική διαδικασία όμως δεν έχει τελειώσει. Οι καταδικασθέντες αναμένουν την κρίση του Εφετείου, ενώ η δίκη σε δεύτερο βαθμό έχει οριστεί για τον προσεχή Δεκέμβριο.

Παράλληλα, ο δικηγόρος Ζαχαρίας Κεσσές ζήτησε να διερευνηθούν περαιτέρω στοιχεία και να εξεταστούν πρόσωπα που συνδέονται με την υπόθεση. Όμως εδώ μπήκε το μεγάλο νομικό φρένο.

Για τον Ταλ Ντίλιαν, σύμφωνα με το σκεπτικό της εισαγγελικής πράξης, υπάρχει νομικό κώλυμα να εξεταστεί ως μάρτυρας, καθώς θεωρείται εμπλεκόμενος στην υπόθεση. Το ίδιο νομικό σκεπτικό φέρεται να ισχύει και για τους τέσσερις ιδιώτες που έχουν ήδη καταδικαστεί πρωτοδίκως. Αντίστοιχο ζήτημα τίθεται και για άλλα πρόσωπα που αναδείχθηκαν κατά τη διάρκεια της δίκης.

Και εδώ προκύπτει ένα ερώτημα που δεν μπορεί να προσπεραστεί εύκολα: όταν πρόσωπα που θα μπορούσαν να φωτίσουν κρίσιμες πτυχές μιας υπόθεσης δεν μπορούν να εξεταστούν ως μάρτυρες για νομικούς λόγους, ποιος τελικά θα δώσει τις απαντήσεις που εξακολουθούν να αναζητούνται;

Η πλευρά των θυμάτων δεν κρύβει την οργή της. Ο δικηγόρος Ζαχαρίας Κεσσές εξαπέλυσε σφοδρότατη επίθεση κατά της εισαγγελικής απόφασης, υποστηρίζοντας ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου αποτελεί, κατά τον ίδιο, «μέρος του προβλήματος» και ότι η απόφαση εντάσσεται σε μια «σκυταλοδρομία συγκάλυψης».

Οι χαρακτηρισμοί είναι βαρύτατοι και αποτελούν καταγγελίες του δικηγόρου, όχι δικαστικά διαπιστωμένα γεγονότα. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι οι νομικοί λόγοι που επικαλείται η απόφαση δεν απαντούν στην ουσία των νέων ζητημάτων, αλλά λειτουργούν ως εμπόδιο στην περαιτέρω διερεύνηση.

Η άλλη πλευρά, πάντως, είναι ξεκάθαρη: η εισαγγελική κρίση στηρίζεται σε συγκεκριμένους νομικούς λόγους και στην εκτίμηση ότι δεν έχουν προσκομιστεί στοιχεία που να δικαιολογούν νέα ανάσυρση της δικογραφίας. Άρα η πραγματική μάχη πλέον μεταφέρεται στο πεδίο της δικαστικής αξιολόγησης.

Και όμως, υπάρχει μια κρίσιμη λεπτομέρεια που δεν πρέπει να χαθεί μέσα στον θόρυβο. Η δικογραφία δεν κλείνει αμετάκλητα για πάντα. Εάν στο μέλλον προκύψει νέο ουσιαστικό στοιχείο από θύμα των παρακολουθήσεων, αυτό μπορεί να αξιολογηθεί εκ νέου και να κριθεί εάν είναι αρκετό για να οδηγήσει σε ανάσυρση της υπόθεσης.

Άρα η ιστορία δεν τελειώνει εδώ.

Το Εφετείο του Δεκεμβρίου αποκτά πλέον ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Το ίδιο και οι αγωγές που έχουν καταθέσει θύματα των παρακολουθήσεων κατά των πρωτοδίκως καταδικασθέντων επιχειρηματιών. Νέα στοιχεία, νέα δεδομένα ή νέες δικαστικές κρίσεις μπορούν να αλλάξουν ξανά το τοπίο.

Γιατί αυτή η υπόθεση δεν αφορά απλώς μερικά τηλέφωνα, μερικά μηνύματα ή μια δικαστική διαμάχη μεταξύ ιδιωτών. Αφορά το δικαίωμα του πολίτη να γνωρίζει εάν το απόρρητο των επικοινωνιών του μπορεί να παραβιαστεί και, κυρίως, εάν όταν αυτό συμβεί υπάρχει πραγματικός μηχανισμός για να αποκαλυφθεί η αλήθεια.

Και εδώ βρίσκεται το μεγάλο αγκάθι. Μπορεί η δικογραφία να παραμένει στο αρχείο, αλλά η υπόθεση δεν έχει εξαφανιστεί. Δεν εξαφανίζονται οι καταγγελίες. Δεν εξαφανίζονται οι δικαστικές διαδικασίες. Δεν εξαφανίζονται τα ερωτήματα.

Το αρχείο μπορεί να κλείνει έναν φάκελο. Δεν μπορεί να κλείσει τη συζήτηση.

Και όσο υπάρχουν άνθρωποι που δηλώνουν ότι παρακολουθήθηκαν, όσο υπάρχουν δικαστικές διαδικασίες σε εξέλιξη και όσο εξακολουθούν να τίθενται ερωτήματα για το ποιος γνώριζε, ποιος έκανε τι και ποιος τελικά θα λογοδοτήσει, η υπόθεση των υποκλοπών θα παραμένει μια ανοιχτή πληγή στο σώμα της ελληνικής Δημοκρατίας.

Γιατί στο τέλος της ημέρας το ερώτημα είναι ένα και είναι αμείλικτο:

θα μάθουμε ποτέ ολόκληρη την αλήθεια;