Τουρκία και Ηνωμένο Βασίλειο υπέγραψαν προσύμφωνο για αγορά έως και 40 Eurofighter Typhoon, κατασκευής κοινοπραξίας στην οποία συμμετέχουν Ηνωμένο Βασίλειο, Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Η Γερμανία – που αρχικά είχε μπλοκάρει τη μεταπώληση – τελικά έδωσε έγκριση («ξεμπλόκαρε») το φθινόπωρο του 2025.

Τα κράτη αυτά εμπλέκονται είτε άμεσα (ως κατασκευαστές / διακινητές) είτε έμμεσα (με πολιτική αποδοχή) στη μεταφορά στρατιωτικής ισχύος προς την Τουρκία.

Συχνά τα κράτη που εξάγουν στρατιωτικό εξοπλισμό επικαλούνται τον σεβασμό του διεθνούς δικαίου, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της σταθερότητας στην περιοχή. Στην περίπτωση αυτή, όμως, η μεταπώληση γίνεται παρά τις σημαντικές εντάσεις της Τουρκίας με γειτονικά κράτη – και ειδικά με την Ελλάδα και την Κύπρο – γεγονός που φέρνει τη διεθνή ευθύνη των εξαγωγέων σε αμφισβήτηση.

Κίνδυνος κλιμάκωσης: Η Τουρκία διατηρεί ανοιχτές διεκδικήσεις στο Αιγαίο, αμφισβητεί κυριαρχικά δικαιώματα ελληνικών νησιών και έχει διατηρήσει casus belli (όπως εγκατεστημένο στη νομολογία της) σε σχέση με επέκταση χωρικών υδάτων της Ελλάδας.

Ταυτόχρονα, κατέχει στρατιωτικά τμήματα της Κύπρου. Σε αυτό το πλαίσιο, η παράδοση σύγχρονων μαχητικών στην πλευρά που διατηρεί τέτοιες διεκδικήσεις μπορεί να υπονομεύσει την περιφερειακή ισορροπία και να ενισχύσει την ένταση.

Υποκρισία της «δυτικής» αμυντικής πολιτικής: Οι εξαγωγές όπλων – ιδιαίτερα τέτοιας αξίας και στρατηγικής σημασίας – λειτουργούν ως δήλωση εμπιστοσύνης και στρατιωτικής ενίσχυσης. Όταν αυτή η ενίσχυση κατευθύνεται προς κράτος που εμπλέκεται σε αμφισβητούμενες διεκδικήσεις εναντίον συμμάχων ή γειτόνων του, τότε τίθεται το ερώτημα:

Τι σημαίνουν οι όροι «σταθερότητα», «συμμαχική αλληλεγγύη» και «διεθνές δίκαιο» όταν εφαρμόζονται επιλεκτικά;

Πραγματικά οφέλη vs. συνέπειες: Οι εξαγωγές όπλων έχουν χρηματοπιστωτικό και βιομηχανικό όφελος για τις χώρες κατασκευαστές – νέες θέσεις εργασίας, ενίσχυση της αμυντικής βιομηχανίας, γεωστρατηγικές συμμαχίες. Στην παρούσα περίπτωση, τα κράτη αυτά φαίνεται να ζυγίζουν περισσότερο τα οικονομικά τους και τη βιομηχανική τους βιωσιμότητα, παρά την επίπτωση στη σταθερότητα της ευρύτερης περιοχής.

Η Ελλάδα αντιμετωπίζει την Τουρκία ως βασική στρατιωτική απειλή σε Αιγαίο και Κύπρο. Η παράδοση προηγμένων μαχητικών αεροσκαφών στην Τουρκία μπορεί να αλλάξει περαιτέρω την ισορροπία δυνάμεων, δίνοντας στην Άγκυρα μεγαλύτερο περιθώριο να ασκήσει στρατιωτική πίεση ή να κορυφώσει προκλητικές ενέργειες.

Η κατοχή τμήματος του νησιού της Κύπρου από την Τουρκία – και η συνεχής αμφισβήτηση κυριαρχίας – σημαίνουν ότι η Τουρκία είναι ταυτόχρονα και «απέναντι» έναντι ευρωπαϊκού κράτους-μέλους (Κύπρου). Η ενίσχυση της Τουρκίας με νέα μαχητικά ευνοεί, πρακτικά, την ισχυροποίησή της έναντι ευρωπαϊκού κράτους-μέλους.

Η εγκυρότητα της εξαγωγικής πολιτικής των κρατών που εγκρίνουν τη μεταπώληση αμφισβητείται, όταν δεν τίθενται όροι που να διασφαλίζουν ότι τα εξαγόμενα όπλα δεν θα χρησιμοποιηθούν εναντίον κράτους μέλους ή σύμμαχου ή για μονομερείς διεκδικήσεις.

• Γιατί οι χώρες-παραγωγοί άφησαν στην άκρη τις πολιτικές / ηθικές ανησυχίες που είχαν προηγουμένως – και επέλεξαν να προχωρήσουν;
• Πώς διασφαλίζεται ότι τα αεροσκάφη δεν θα χρησιμοποιηθούν εναντίον κράτους-μέλους ή συμμάχου του ΝΑΤΟ;
• Ποιο είναι το σήμα που στέλνει η Ευρώπη στους γείτονές της όταν επιτρέπει στρατιωτικές ενισχύσεις προς κράτος που έχει ενεργές, αμφισβητούμενες στρατιωτικές διεκδικήσεις;
• Πόσο “ευρωπαϊκή” είναι η πολιτική απονομής στρατιωτικών εξοπλισμών όταν το οικονομικό συμφέρον υπερισχύει της συλλογικής ασφάλειας και της δικαιοσύνης;
• Τι σημαίνει αυτό για την επόμενη γενιά εξοπλισμών και για το αν η ΕΕ (και τα κράτη-μέλη της) θα εφαρμόζουν σταθερά «κόκκινες γραμμές» έναντι κρατών με διεκδικήσεις ή με παραβιάσεις διεθνούς δικαίου;

Η απόφαση των κρατών-παραγωγών να εμπλέκονται – άμεσα ή έμμεσα – στην πώληση των Eurofighter στην Τουρκία καταδεικνύει μια σκληρή πραγματικότητα: ότι το σύγχρονο διεθνές εμπόριο όπλων, η γεωστρατηγική και τα εθνικά συμφέροντα υπερισχύουν των αρχών της σταθερότητας, της συμπαράταξης με τον αδύναμο γείτονα και της ευρωπαϊκής υπευθυνότητας.

Για την Ελλάδα και την Κύπρο η απόφαση αυτή δεν είναι απλώς μια ακόμη εξαγωγή εξοπλισμών – αποτελεί πρακτικό πλήγμα στην περιφερειακή τους ασφάλεια και μια ένδειξη ότι, όταν πρόκειται για στρατιωτικό ισοζύγιο, τα ευρωπαϊκά «κουβεντιάζουμε» δεν μετασχηματίζονται πάντα σε «δεν εκπληρώνουμε».