Το σχέδιο Τραμπ που «στριμώχνει» τον Πούτιν: Πώς η Ουάσιγκτον διαλύει τις συμμαχίες της Ρωσίας

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Ελλείψει μιας συμφωνίας με τον Τραμπ, στην οποία ο Πούτιν θα μπορούσε να πειστεί περαιτέρω να συναινέσει αν ο Τραμπ υποσχεθεί να μειώσει την αμερικανική πίεση σε ορισμένες –αλλά όχι σε όλες– από αυτές τις χώρες, η Ρωσία ενδέχεται με τον καιρό να χάσει και τους 15 αυτούς εταίρους της (και πιθανώς ακόμη περισσότερους).

Λίγο μετά τη σύλληψη του προέδρου της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, εκτιμήθηκε ότι «το “Δόγμα Τραμπ” διαμορφώνεται από τη “Στρατηγική της Άρνησης” (Strategy of Denial) του Έλμπριτζ Κόλμπι», η οποία υποστηρίζει ότι οι ΗΠΑ πλέον δίνουν προτεραιότητα στο να στερήσουν από την Κίνα τους πόρους που απαιτούνται για τη διατήρηση της οικονομικής της ανάπτυξης. Στόχος είναι να εκτροχιαστεί η πορεία της Κίνας προς το στάτους της υπερδύναμης και έτσι να γίνει πιο πιθανό ο Σι να αποδεχθεί μια ετεροβαρή εμπορική συμφωνία με τις ΗΠΑ, η οποία θα θεσμοθετούσε τον κατώτερο ρόλο της Κίνας. Ο Τρίτος Πόλεμος του Κόλπου προωθεί αυτόν τον στόχο, όπως έχει εξηγηθεί επανειλημμένα.

Ωστόσο, όσον αφορά την εφαρμογή του στη Ρωσία, το Δόγμα Τραμπ μοιάζει περισσότερο με το Δόγμα Ρίγκαν. Η «Στρατηγική της Άρνησης» είναι πολύ λιγότερο σχετική με τη Ρωσία απ’ ό,τι με την Κίνα, λόγω του πλούτου της Ρωσίας σε φυσικούς πόρους, ο οποίος της επιτρέπει να αναπτύσσεται αυταρκικά (αλλά με το τίμημα να μένει πίσω στην τεχνολογική κούρσα). Τούτου λεχθέντος, η σύλληψη του Μαδούρο και ο Τρίτος Πόλεμος του Κόλπου επηρέασαν τόσο την Κίνα όσο και τη Ρωσία, αν και με διαφορετικό τρόπο: Η Κίνα στερήθηκε πόρους, ενώ ένας Ρώσος εταίρος απομακρύνθηκε από την εξουσία και ένας άλλος αποδυναμώθηκε.

Αυτή η παρατήρηση των δύο αποτελεσμάτων οδηγεί στην ουσία της ριγκανικής εφαρμογής του Δόγματος Τραμπ έναντι της Ρωσίας. Όλα έχουν να κάνουν με την «αναχαίτιση» (rollback) της ρωσικής επιρροής σε όλο τον κόσμο, με σκοπό να ασκηθεί πίεση στον Πούτιν ώστε να αποδεχθεί μια ετεροβαρή συμφωνία στην Ουκρανία, η οποία θα θεσμοθετούσε τον κατώτερο ρόλο της Ρωσίας. Την περασμένη άνοιξη, ο Τραμπ ζήτησε το πάγωμα της σύγκρουσης, κάτι που ο Πούτιν απέρριψε, καθώς αυτό το σενάριο δεν αντιμετωπίζει τα βαθύτερα ζητήματα ασφαλείας – εξ ου και ο λόγος που η σύγκρουση συνεχίζεται μέχρι σήμερα, χωρίς να διαφαίνεται καμία συμφωνία στον ορίζοντα.

Ρωσία και ΗΠΑ εξακολουθούν να θέτουν η μία στην άλλη το δέλεαρ μιας αμοιβαία επωφελούς, επικεντρωμένης στους πόρους στρατηγικής συνεργασίας –κάτι που έχει αναφερθεί εκτενώς– ως ανταμοιβή εάν συμβιβαστούν στις θέσεις που η κάθε πλευρά θεωρεί απαράδεκτες. Αυτές αφορούν την άρνηση της Ρωσίας να παγώσει τη σύγκρουση χωρίς να αντιμετωπιστούν τα βαθύτερα ζητήματα ασφαλείας, καθώς και την άρνηση των ΗΠΑ να τα αντιμετωπίσουν, όπως και την άρνησή τους να εξαναγκάσουν την Ουκρανία και το ΝΑΤΟ να πράξουν το ίδιο. Παρά την πιθανή αυτή ανταμοιβή, καμία πλευρά δεν έχει συμφωνήσει να συμβιβαστεί.

Το δίλημμα που προέκυψε οδήγησε στον μετασχηματισμό του Δόγματος Τραμπ. Ο Πούτιν έφερε τον Τραμπ σε κατάσταση «τσουγκτσβάνγκ» (zugzwang – σημ: σκακιστικός όρος όπου οποιαδήποτε κίνηση χειροτερεύει τη θέση του παίκτη), βάσει της οποίας ο Αμερικανός πρόεδρος θα μπορούσε είτε να διατηρήσει τον ρυθμό της σύγκρουσης, με τον κίνδυνο ενός ακόμη «αιώνιου πολέμου», είτε να «κλιμακώσει για να αποκλιμακώσει», με τον κίνδυνο του Γ’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Τραμπ απεγκλωβίστηκε δημιουργικά από αυτή την παγίδα, αναπαράγοντας την πολιτική της «αναχαίτισης» του Ρίγκαν στις σύγχρονες συνθήκες. Μέχρι τη στιγμή που «αναχαίτισε» τη ρωσική επιρροή στη Βενεζουέλα και το Ιράν, είχε ήδη κάνει σημαντικές κινήσεις στην Αρμενία-Αζερμπαϊτζάν, στο Καζακστάν, ακόμα και στη Λευκορωσία.

Οι πρώτοι (Αρμενία-Αζερμπαϊτζάν) σύναψαν ειρήνη στην Ουάσιγκτον και συμφώνησαν σε έναν εμπορικό διάδρομο ελεγχόμενο από τις ΗΠΑ, ο οποίος θα λειτουργεί ως διπλή οδός στρατιωτικής εφοδιαστικής για τη διοχέτευση της δυτικής –συμπεριλαμβανομένου του ΝΑΤΟ– επιρροής κατά μήκος ολόκληρης της νότιας περιφέρειας της Ρωσίας. Αυτό ενθάρρυνε το δεύτερο (Καζακστάν) να συμφωνήσει σε μια εμπορική συμφωνία για κρίσιμα ορυκτά και να ανακοινώσει τη σχεδιαζόμενη παραγωγή βλημάτων προδιαγραφών ΝΑΤΟ. Όσο για την τρίτη (Λευκορωσία), οι συνομιλίες της με τις ΗΠΑ αποσκοπούν στο να ενθαρρύνουν την αποστασία της από τη Ρωσία, γεγονός που θα περιέπλεκε σε τεράστιο βαθμό την υποθετικά επ’ αόριστον συνέχιση της ειδικής επιχείρησης.

Αυτές οι έξι χώρες –Βενεζουέλα, Ιράν, Αρμενία, Αζερμπαϊτζάν, Καζακστάν και Λευκορωσία– δεν είναι οι μόνες όπου οι ΗΠΑ «αναχαιτίζουν» τη ρωσική επιρροή, καθώς στοχοποιούνται επίσης η Σερβία, η Κούβα, η Συρία, η Λιβύη και η Συμμαχία του Σαχέλ (Μάλι, Μπουρκίνα Φάσο και Νίγηρας). Η Μιανμάρ και η Νικαράγουα ενδέχεται να είναι οι επόμενες. Ελλείψει μιας συμφωνίας με τον Τραμπ, στην οποία ο Πούτιν θα μπορούσε να πειστεί περαιτέρω να συναινέσει αν ο Τραμπ υποσχεθεί να μειώσει την αμερικανική πίεση σε ορισμένες –αλλά όχι σε όλες– από αυτές τις χώρες, η Ρωσία ενδέχεται με τον καιρό να χάσει όλους αυτούς τους εταίρους.

Γράφει ο Andrew Korybko