Κυριακή , 2 Οκτωβρίου 2022
Τελευταία Νέα

Το μεγάλο δίλημμα της ΕΚΤ και οι πιέσεις στα χρηματιστήρια

Ο πληθωρισμός της Ευρωζώνης εκτινάχθηκε σε νέο ρεκόρ και σύντομα θα αγγίξει διψήφιο έδαφος, προαναγγέλλοντας μια σειρά από μεγάλες αυξήσεις επιτοκίων, ακόμα και όταν μια οδυνηρή ύφεση φαίνεται όλο και πιο βέβαιη. Λόγω του ακριβού φυσικού αερίου, οι τιμές καταναλωτή εκτοξεύθηκαν περισσότερο από το αναμενόμενο τον Αύγουστο, ενώ νέες αυξήσεις αναμένονται προσεχώς, υποδηλώνοντας μεγαλύτερο πόνο για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Ο στασιμοπληθωρισμός αφήνει στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα μόνο οδυνηρές επιλογές, που θα αυξήσουν τον πόνο τόσο για τα νοικοκυριά όσο και για τους επενδυτές και τις αγορές.

Η εφαρμογή μέτρων τόνωσης θα ενισχύσει τον πληθωρισμό και τελικά θα χτυπήσουν την αξιοπιστία της ΕΚΤ. Ωστόσο η αυστηροποίηση της πολιτικής θα επιβραδύνει ακόμα περισσότερο την ανάπτυξη, επιδεινώνοντας μια ύφεση που είναι πλέον βέβαιη. Τελικά το βέβαιο είναι πως οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής θα επιλέξουν τη μάχη κατά του πληθωρισμού και τα επιτόκια είναι πιθανό να αυξηθούν σε κάθε συνεδρίαση του 2022, αυξάνοντας το κόστος δανεισμού για τις κυβερνήσεις, τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.

Τα νέα στοιχεία για τον πληθωρισμό του Αυγούστου και το ρεκόρ του 9,1% θα ενισχύσουν και τα επιχειρήματα των “γερακιών” για μια εξαιρετικά μεγάλη αύξηση των επιτοκίων της ΕΚΤ κατά 75 μονάδες βάσης την επόμενη εβδομάδα και τα “περιστέρια” θα πρέπει να δώσουν μια δύσκολη μάχη για να υποβαθμίσουν την κίνηση σε 50 μονάδες βάσης, όπως επισημαίνει σε ανάλυσή του το Reuters. Όπως σημείωσε και η HSBC, το νέο ιστορικό ρεκόρ που σημείωσε ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνης σίγουρα δεν θα περάσει απαρατήρητο στη Φρανκφούρτη και θα ενθαρρύνει τα “γεράκια” της ΕΚΤ να “απαιτήσουν” αύξηση των επιτοκίων κατά 75 μονάδες βάσης στις 8 Σεπτεμβρίου.

Το μέλος του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ Ίζαμπελ Σνάμπελ φάνηκε να υποστηρίζει αυτές τις εκκλήσεις στην ομιλία της στο Jackson Hole, τονίζοντας την ανάγκη για μια δυναμική παρέμβαση για την αντιμετώπιση του πληθωρισμού. Οι διοικητές των κεντρικών τραπεζών της Ολλανδίας και του Βελγίου επεσήμαναν πρόσφατα την ανάγκη εφαρμογής μιας περιοριστικής νομισματικής πολιτικής, με τα επιτόκια να αυξάνονται γρήγορα πάνω από το ουδέτερο επιτόκιο, παρά τους κινδύνους ύφεσης.

Ο Κλάας Κνοτ όπως και ο Εσθονός κεντρικός τραπεζίτης, Μάντις Μούλερ, δήλωσαν ότι η αύξηση κατά 75 μ.β. πρέπει τουλάχιστον να συζητηθεί, ενώ ο επικεφαλής της Bundesbank, Χοακίμ Νάγκελ, υποστήριξε και αυτός την ταχεία δράση, επαινώντας τα οφέλη των εμπροσθοβαρών επιθετικών κινήσεων. O Αυστριακός συνάδελφός του, Ρόμπερτ Χόλτσμαν, είπε ότι “δεν υπάρχει λόγος να επιδεικνύεται επιείκεια” σε ό,τι αφορά τις αυξήσεις. Ο διοικητής της γαλλικής κεντρικής τράπεζας, Φρανσουά Βιλερουά, είχε ταχθεί προηγουμένως και αυτός υπέρ των ισχυρών ή σημαντικών αυξήσεων των επιτοκίων.

Ο Έλληνας κεντρικός τραπεζίτης, κ. Γιάννης Στουρνάρας, ήταν ο πρώτος που την περασμένη εβδομάδα προειδοποίησε κατά των μεγάλων αυξήσεων επιτοκίων, σημειώνοντας πως “στις επερχόμενες συνεδριάσεις θα είναι ενδεδειγμένη η περαιτέρω προοδευτική ομαλοποίηση των επιτοκίων πολιτικής, ώστε να συγκλίνουμε προς τα εκτιμώμενα επιτόκια ισορροπίας, καθώς μεταβαίνουμε σε μια προσέγγιση όπου αποφασίζουμε για τα επιτόκια ανά συνεδρίαση”. Ο κ. Στουρνάρας εξήγησε πως, σύμφωνα με την εκτίμησή του, το ουδέτερο επιτόκιο –όπου η ΕΚΤ ούτε ενθαρρύνει ούτε καθυστερεί την ανάπτυξη– κυμαίνεται μεταξύ του 0,5% και του 1,5%, επομένως το επιτόκιο καταθέσεων, τώρα στο μηδέν, δεν είναι πολύ μακριά, και έτσι “δεν υπάρχει ανάγκη για μεγάλα βήματα” στα επιτόκια.

Οι χρηματαγορές αποτιμούν πλέον σε 125 μονάδες βάσης αυστηροποίηση έως τον Οκτώβριο, σύμφωνα με τα παράγωγα επιτοκίων που συνδέονται με τις ημερομηνίες συνεδριάσεων της ΕΚΤ. Αυτό συνεπάγεται αύξηση κατά 75 μ.β. και κατά 50 μ.β. στις επόμενες δύο συνεδριάσεις. Το επιτόκιο καταθέσεων της ΕΚΤ θεωρείται από τις αγορές ότι θα αγγίξει το 2,25% το επόμενο έτος, το υψηλότερο από το 2008. Η ανατιμολόγηση αυτή δείχνει πως οι επενδυτές είναι ολοένα και πιο πρόθυμοι να “χωνέψουν” μεγάλες αυξήσεις νωρίς στον κύκλο αύξησης των επιτοκίων της ΕΚΤ.

Στις 75 μ.β. στοιχηματίζουν και οι μεγάλοι επενδυτικοί οίκοι

“Πλέον αναμένουμε ότι η ΕΚΤ θα αυξήσει τα επιτόκια κατά 75 μονάδες βάσης την επόμενη εβδομάδα, ακόμα κι αν οι νέες προβλέψεις του προσωπικού της για την ανάπτυξη πλησιάζουν το αρνητικό σενάριο”, ανέφερε η Nordea σε report. Ανάλογες είναι πλέον και οι εκτιμήσεις των J.P. Morgan, Bank of America, Goldman Sachs και Morgan Stanley.

Οι οικονομολόγοι της Morgan Stanley άλλαξαν την εκτίμησή τους μετά τα νέα στοιχεία για τον πληθωρισμό και προβλέπουν αύξηση κατά 75 μονάδες βάσης την επόμενη εβδομάδα, από την προηγούμενη πρόβλεψή τους για 50 μ.β. “Πιστεύουμε ότι είναι μια πολύ δύσκολη απόφαση, με καλά επιχειρήματα από κάθε πλευρά, αλλά τελικά πιστεύουμε ότι αυτοί που υποστηρίζουν μια μεγαλύτερη αύξηση θα επικρατήσουν, καθώς ο Σεπτέμβριος προσφέρει την καλύτερη ευκαιρία να στείλουν ένα σαφές μήνυμα αποφασιστικότητας”, όπως επισήμανε.

“Ο αριθμός των υπευθύνων χάραξης πολιτικής στην ΕΚΤ που προτιμούν μια πιο δυναμική απάντηση έχει αυξηθεί”, τόνισε ο οικονομολόγος της J.P. Morgan, Γκρεγκ Φουζέσι, σε σημείωμα προς τους πελάτες. Τα στοιχεία για τον πληθωρισμό “θα τους έχουν ενθαρρύνει περαιτέρω. Ενώ το σχετικό μέγεθος των διαφορετικών στρατοπέδων στο Διοικητικό Συμβούλιο είναι δύσκολο να μετρηθεί μετά τις καλοκαιρινές διακοπές, τώρα υποψιαζόμαστε ότι μια αύξηση 75 μ.β. θα ακολουθήσει την επόμενη εβδομάδα”.

“Αναμένουμε τώρα ότι το Διοικητικό Συμβούλιο θα αυξήσει κατά 75 μονάδες βάσης τα επιτόκια στη συνεδρίαση του Σεπτεμβρίου”, επισημαίνει και η Goldman Sachs. Και οι λόγοι είναι οι εξής:

Πρώτον, όπως τονίζει, τα στοιχεία για τον πληθωρισμό εξέπληξαν περαιτέρω ανοδικά. Οι πληθωριστικές πιέσεις θα αυξηθούν περαιτέρω τους επόμενους μήνες, καθώς τελειώνουν τα μέτρα ελάφρυνσης στα μέσα μεταφοράς στη Γερμανία και οι υψηλές τιμές ενέργειας εισχωρούν στις τιμές λιανικής, με κορύφωση του πληθωρισμού κοντά στο 10% το τέταρτο τρίμηνο.

Δεύτερον, οι δείκτες δραστηριότητας έχουν, μέχρι στιγμής, διατηρηθεί κάπως καλύτερα από το αναμενόμενο και υπάρχει πλέον πιθανότητα για ελαφρά και όχι βαθιά συρρίκνωση το τρίτο τρίμηνο. “Δεδομένων των συνεχιζόμενων εντάσεων στις ευρωπαϊκές αγορές φυσικού αερίου, παραμένουμε άνετα με την πρόβλεψή μας για ύφεση στη ζώνη του ευρώ, αλλά τελικά θα είναι μια ήπια ύφεση”, σημειώνει η Goldman.

Τρίτον, τα πρόσφατα σχόλια από την πλειονότητα των αξιωματούχων της ΕΚΤ ήταν επιθετικά, με πολλούς να υποστηρίζουν ότι οι 75 μονάδες βάσης θα πρέπει να εξεταστούν στην επόμενη συνεδρίαση.

Πέραν της συνεδρίασης του Σεπτεμβρίου, η αμερικανική τράπεζα βλέπει περαιτέρω αύξηση 50 μ.β. τον Οκτώβριο (έναντι 25 μ.β. πριν), ακολουθούμενη από δύο ακόμα αυξήσεις 25 μ.β., με το τελικό επιτόκιο να διαμορφώνεται στο 1,75% (έναντι 1,5% πριν). Ενώ μια πιο έντονη ύφεση ή μια επιστροφή των πιέσεων στα κρατικά ομόλογα θα μπορούσε να οδηγήσει σε τέλος του κύκλου αυστηροποίησης νωρίτερα, η G.S. βλέπει τους κινδύνους να στρέφονται προς ένα υψηλότερο τελικό επιτόκιο σε περίπτωση πιο επίμονων πληθωριστικών πιέσεων και ισχυρότερων δευτερογενών επιπτώσεων.

“Αλλάζουμε την έκκληση και τώρα αναμένουμε αύξηση 75 μ.β., έναντι 50 μ.β. πριν. Στις 8 Σεπτεμβρίου”, σημειώνει η BofA. Αν και η συζήτηση στο Δ.Σ. θα είναι εξαιρετικά περίπλοκη, ωστόσο ο συνδυασμός των πρόσφατων επιθετικών δηλώσεων με την ανοδική έκπληξη του Αυγούστου στον πληθωρισμό σημαίνει ότι μια μεγαλύτερη κίνηση από ό,τι αυτή του Ιουλίου έχει γίνει πλέον οριακά πιο πιθανή, όπως επισημαίνει.

Θα μπορούσε ενδεχομένως να επιτευχθεί συναίνεση στο Διοικητικό Συμβούλιο σχετικά με μια αύξηση κατά 75 μονάδες βάσης, δεδομένης της επιθυμίας ορισμένων για εμπροσθοβαρείς αυξήσεις λόγω της επιδείνωσης των προοπτικών για τον πληθωρισμό.

Πάντως, η BofA, ανησυχεί ότι η αυστηροποίηση της πολιτικής “προκαταβολικά” θα μπορούσε να συνεπάγεται μεγαλύτερες αυξήσεις επιτοκίων από ό,τι εκτιμάται επί του παρόντος τον Οκτώβριο και τον Δεκέμβριο, ενδεχομένως ακόμα και πέραν του 2022, με αποτέλεσμα τελικά να υπάρξει μεγαλύτερη αυστηροποίηση με την πάροδο του χρόνου. “Προς το παρόν, παραμένουμε στην προβλεπόμενη πορεία αύξησης επιτοκίων μετά τον Σεπτέμβριο, δηλαδή 50 μ.β. τον Οκτώβριο, 25 μ.β. τον Δεκέμβριο και τρεις ακόμα αυξήσεις 25 μ.β. το α’ εξάμηνο του 2023 (Μάρτιος, Μάιος και Ιούνιος), πριν ξεκινήσουν οι μειώσεις στο β’ εξάμηνο του 2024”, καταλήγει η BofA.

 

Πολύ ψυχρός ο χειμώνας για τις μετοχές

Οι επιθετικές αυξήσεις επιτοκίων, που θα βαθύνουν την ύφεση, υποδηλώνουν μεγάλο πόνο για τις μετοχές προσεχώς. “Θα είναι ένας πολύ ψυχρός χειμώνας για τις παγκόσμιες μετοχές”, όπως υποστηρίζουν 150 διεθνείς αναλυτές που συμμετείχαν δημοσκόπηση του Reuters, οι οποίοι μείωσαν τις προβλέψεις για το τέλος του έτους για τους περισσότερους διεθνείς δείκτες και προειδοποίησαν ότι οι κίνδυνοι για αυτή την ήδη ζοφερή προοπτική ενισχύονται.

Οι μετοχές είχαν μια ισχυρή πορεία για το μεγαλύτερο μέρος της τελευταίας δεκαετίας, αλλά αγωνίζονται να μηδενίζουν τις βαθιές απώλειες από το πρώτο εξάμηνο του τρέχοντος έτους λόγω ανησυχιών για την παγκόσμια οικονομία.

Οι περισσότεροι διεθνείς δείκτες έφτασαν στα χαμηλά του έτους το β’ τρίμηνο και έχουν σημειώσει κάποια ανάκαμψη από τότε, αλλά εξακολουθούν να απέχουν αρκετά από την ανάκτηση των ζημιών από τις αρχές του έτους. Ο παγκόσμιος χρηματιστηριακός δείκτης MSCI εξακολουθεί να υποχωρεί κατά 16% από το ξεκίνημα του 2022.

“Όσο δελεαστικό κι αν ήταν αυτό το ράλι… δεν είναι τίποτε άλλο από ένα ράλι εν μέσω της bear market. Προειδοποιούμε τους επενδυτές να μην παρασυρθούν”, σημειώνει η Morgan Stanley Wealth Management. “Ο πληθωρισμός απέχει πολύ από το να τιθασευτεί, οι εκτιμήσεις για τα κέρδη πρέπει να προσαρμοστούν και ο ενθουσιασμός του χρηματιστηρίου απλώς δεν υποστηρίζεται από άλλες δυναμικές της αγοράς”.

Οι κίνδυνοι υπερτερούν των θετικών καταλυτών για τη συνέχεια, και έτσι η Deutsche Bank αποφάσισε να ρευστοποιήσει τα κέρδη της στις ευρωπαϊκές μετοχές και να υποβαθμίσει τη στάση της. Στους παράγοντες που την κάνουν επιφυλακτική τοποθετεί τις αυξήσεις των επιτοκίων, που θα συνεχιστούν, οδηγώντας σε περαιτέρω αυστηροποίηση των οικονομικών συνθηκών, το άλμα του πληθωρισμού και του φυσικού αερίου και την επιβράδυνση της κερδοφορίας των εισηγμένων.

Η επιβράδυνση της παγκόσμιας ανάπτυξης, σε συνδυασμό με το ότι οι κεντρικές τράπεζες σε όλο τον κόσμο αυξάνουν τα επιτόκια για να επιτύχουν τη σταθερότητα των τιμών, δεν θα αφήσουν τις μετοχές να επιστρέψουν στα υψηλά έτους, εκτιμούν οι αναλυτές. “Αναμένουμε μια συνεχή εξασθένηση της δυναμικής ανάπτυξης, που συνεπάγεται πτώση της αγοράς μετοχών. Ενώ ορισμένα πρόσφατα σημεία των μακροοικονομικών δεδομένων ήταν ευνοϊκά, πιστεύουμε ότι αυτό δεν αλλάζει το αρνητικό story για τις μετοχές, τονίζει η BofA. Η επιθετική αυστηροποίηση της νομισματικής πολιτικής, οι πιθανές ελλείψεις εφοδιασμού φυσικού αερίου στην Ευρώπη και η κρίση χρέους ακινήτων της Κίνας είναι οι μεγάλοι κίνδυνοι για τις αγορές μετοχών, όπως προσθέτει.

Ενώ οι παγκόσμιες μετοχές αναμένεται σε μεγάλο βαθμό να κλείσουν το έτος στο “κόκκινο”, οι ευρωπαϊκές αγορές, που αντιμετωπίζουν μια βαθύτερη οικονομική κρίση, θα σημειώσουν τις χειρότερες επιδόσεις, εκτιμούν οι αναλυτές. Η BofA παραμένει bearish για τις ευρωπαϊκές μετοχές, με τις μακροοικονομικές της προβλέψεις να υποδηλώνουν νέα πτώση 10% για τον Stoxx 600, στις 390 μονάδες έως το τέλος του έτους. Βασικός παράγοντας πίσω από την αρνητική της στάση είναι ότι η μακροοικονομική επιβράδυνση στην Ευρώπη είναι βέβαιη και το μέγεθός της δεν έχει αποτιμηθεί από την αγορά.

Της Ελευθερίας Κούρταλη/capital.gr

Διαβάστε την συνέχεια του άρθρου...
Shares