ΤΟ ΚΟΛΠΟ ΜΕ ΤΟΥΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥΣ ΡΕΥΜΑΤΟΣ: ΠΩΣ «ΞΕΠΛΕΝΕΤΑΙ» ΜΑΥΡΟ ΧΡΗΜΑ ΜΕΣΩ ΕΠΙΣΤΡΟΦΩΝ

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Ένας λογαριασμός κοινής ωφέλειας, μία υπερβολικά μεγάλη πληρωμή και μία επιστροφή χρημάτων. Στην επιφάνεια, μια απολύτως συνηθισμένη συναλλαγή. Στην πραγματικότητα, όμως, μπορεί να κρύβεται ένα καλά οργανωμένο «πλυντήριο» παράνομων κεφαλαίων.

Η νέα μεθοδολογία που εντόπισε η Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων αξιοποιεί ακριβώς αυτήν την καθημερινή διαδικασία: χρήματα αμφίβολης προέλευσης εμφανίζονται αρχικά ως πληρωμές προς εταιρίες κοινής ωφέλειας και στη συνέχεια επιστρέφουν σε τραπεζικούς λογαριασμούς ως φαινομενικά νόμιμα refunds. Οι πάροχοι, χωρίς οι ίδιοι να το γνωρίζουν, μετατρέπονται έτσι σε κρίκο μιας αλυσίδας που μπορεί να καταλήξει στη νομιμοποίηση παράνομων εσόδων.

Πώς στήνεται η μεθόδευση

Σύμφωνα με την Αρχή, η πρακτική ακολουθεί συγκεκριμένη και οργανωμένη αλληλουχία ενεργειών. Φυσικά πρόσωπα, εμφανιζόμενα ως κάτοικοι Ελλάδας, συνάπτουν συμβάσεις με εταιρίες κοινής ωφέλειας, επικαλούμενα δικαιώματα σε ακίνητα, είτε μέσω ιδιοκτησίας είτε μέσω μίσθωσης. Σε αρκετές περιπτώσεις, τα ίδια πρόσωπα εμφανίζονται να διατηρούν συμβάσεις με περισσότερους παρόχους και για διαφορετικά ακίνητα.

Κρίσιμο στοιχείο είναι το ύψος και η συχνότητα των πληρωμών, οι οποίες είναι δυσανάλογες σε σχέση με τις πραγματικές οφειλές ή την κατανάλωση, δημιουργώντας σημαντικά πιστωτικά υπόλοιπα στους λογαριασμούς.

Οι πληρωμές αυτές πραγματοποιούνται σε σημαντικό αριθμό περιπτώσεων μέσω καρτών ή άλλων χρηματοοικονομικών μέσων που τηρούνται σε ιδρύματα του εξωτερικού. Στη συνέχεια, ο πελάτης ζητά την επιστροφή των χρημάτων που εμφανίζονται ως αχρεωστήτως καταβληθέντα – στοιχείο που δίνει στη συναλλαγή τον χαρακτήρα της «επιστροφής».

Τα ποσά μεταφέρονται τότε σε τραπεζικούς λογαριασμούς, κυρίως στην Ελλάδα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι λογαριασμοί υποδοχής δεν είναι, στις περισσότερες περιπτώσεις, οι ίδιοι με εκείνους από τους οποίους έγιναν οι αρχικές πληρωμές. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, ένας τραπεζικός λογαριασμός δέχεται επιστροφές από πολλούς διαφορετικούς παρόχους.

Χρήματα χωρίς εμφανή οικονομική προέλευση

Η Αρχή διαπιστώνει ότι τα κεφάλαια που εισέρχονται στη διαδικασία δεν δικαιολογούνται από τη φορολογική ή γενικότερη οικονομική εικόνα των εμπλεκόμενων προσώπων, χαρακτηριζόμενα ως «ύποπτης προέλευσης». Σε ορισμένες υποθέσεις, η προέλευση των χρημάτων συνδέθηκε επιπλέον με απάτες που είχαν διαπραχθεί κυρίως μέσω του τραπεζικού συστήματος.

Με αυτόν τον τρόπο, μια συναλλαγή που εκ πρώτης όψεως μοιάζει με απλή πληρωμή και επιστροφή χρημάτων, μπορεί να λειτουργήσει ως ενδιάμεσο στάδιο για την είσοδο παράνομων κεφαλαίων στη νόμιμη οικονομία, δυσχεραίνοντας τον εντοπισμό της αρχικής τους προέλευσης.

Τα σημάδια που πρέπει να προκαλούν έλεγχο

Η Αρχή καταγράφει συγκεκριμένες ενδείξεις κινδύνου που μπορούν να λειτουργήσουν ως «καμπανάκια», τόσο για τα πιστωτικά ιδρύματα όσο και για τις εταιρείες κοινής ωφέλειας. Ανάμεσά τους περιλαμβάνονται πληρωμές χωρίς αντίστοιχη οφειλή, ασυνήθιστα υψηλά ποσά σε σχέση με την κατανάλωση, καθώς και επαναλαμβανόμενες πληρωμές με συχνότητα που δεν συνάδει με τις συνήθεις προθεσμίες εξόφλησης, θυμίζοντας περισσότερο καταθέσεις.

Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά η χρήση διαφορετικών χρηματοοικονομικών μέσων για τις πληρωμές, ειδικά όταν συνδέονται με ιδρύματα εκτός Ελλάδας. Στα σημάδια που χρήζουν προσοχής συγκαταλέγονται ακόμη τα υψηλά και συσσωρευόμενα πιστωτικά υπόλοιπα, τα επαναλαμβανόμενα αιτήματα επιστροφής χρημάτων και η διοχέτευση των επιστρεφόμενων ποσών σε λογαριασμούς διαφορετικούς από εκείνους που χρησιμοποιήθηκαν για τις αρχικές πληρωμές. Χαρακτηριστική θεωρείται η περίπτωση κατά την οποία ο ίδιος τραπεζικός λογαριασμός λαμβάνει, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, πολλαπλές επιστροφές από διαφορετικές εταιρείες κοινής ωφέλειας.

Κοινός παρονομαστής όλων αυτών των ενδείξεων είναι η αναντιστοιχία ανάμεσα στις συναλλαγές και στην οικονομική εικόνα του προσώπου που τις πραγματοποιεί. Η μεθοδολογία, όπως επισημαίνει η Αρχή, παρουσιάζει αυξανόμενη συχνότητα, αναδεικνύοντας την ανάγκη για πιο συστηματική παρακολούθηση των συναλλαγών, ώστε να εντοπίζονται έγκαιρα μοτίβα που ενδέχεται να υποκρύπτουν νομιμοποίηση παράνομων εσόδων.