Κυριακή , 2 Οκτωβρίου 2022

Τι σημαίνει για την οικονομία η πτώση των ελληνικών ομολόγων

Αποχή από την εκδοτική δραστηριότητα νέων ομολόγων επιβάλλει το εκρηκτικό κλίμα που έχει δημιουργήσει η αναμονή της δεύτερης αύξησης των επιτοκίων του ευρώ που προετοιμάζει η ΕΚΤ για τη συνεδρίαση της επόμενης Πέμπτης.

Οι δηλώσεις περί της ανάγκης αποφασιστικής στάσης που πρέπει να διατηρήσει η ΕΚΤ, για να συγκρατηθεί ο καλπασμός του πληθωρισμού, από μέλη του ΔΣ με τελευταίο τον γνωστό από τα παλιά κεντρικό τραπεζίτη της Φιλανδίας κ. Όλι Ρεν, έχουν δημιουργήσει προσδοκίες για μια δεύτερη μεγάλη αύξηση επιτοκίων.

Οι εκτιμήσεις θέλουν την αύξηση που αρχικά αναμενόταν στο 0,5% να μην υπολείπεται τελικά του 0,75%, ενώ υπό προϋποθέσεις μπορεί να φτάσει και το 1%. Απέναντι σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, οι αγορές έσπευσαν να πάρουν θέση, πουλώντας ευρωπαϊκά ομόλογα, ανεβάζοντας τις αποδόσεις.

 

Το πιο ανησυχητικό για την Ελλάδα είναι ότι εκτός από την άνοδο των αποδόσεων, έχει αυξηθεί και η νευρικότητα και του ομολόγου αναφοράς της Ευρωζώνης, του γερμανικού 10ετούς, η απόδοση του οποίου έχει φτάσει το 1,5% και ανεβοκατεβαίνει καθημερινά, ακόμη και 10 μονάδες βάσης. Κάτι τέτοιο, ακόμη και σε μια απόπειρα δανεισμού πολύ περιορισμένου ποσού (π.χ. 100 – 150 εκατ. ευρώ) από τις αγορές, είναι επικίνδυνο όχι τόσο για το ελληνικό δημόσιο (η αύξηση του μέσου κόστους δανεισμού θα ήταν αμελητέα) όσο για τους επενδυτές σε ελληνικά ομόλογα. Τούτο διότι, σε μια συνεχόμενη πτωτική πορεία του Bund, οι ελληνικοί τίτλοι θα ανατιμολογούνταν από τις αγορές προς τα κάτω. Το αποτέλεσμα θα ήταν οι επενδυτές να μείνουν με τίτλους οι οποίοι έχασαν μέρος της αξίας τους λίγες μέρες μετά την αγορά τους.

Αποχή 4-5 εβδομάδων
Στα σχέδια του οικονομικού επιτελείου βρίσκονται αρκετές τέτοιες μικρές εκδόσεις για να αντιμετωπίσει κυρίως την έλλειψη ελληνικών τίτλων από τις αγορές. Ωστόσο αρμόδιες πηγές εκτιμούν ότι το περιβάλλον θα είναι “ακατάλληλο” για τις επόμενες τέσσερις – πέντε εβδομάδες, μέχρι οι αγορές να “χωνέψουν” τη νέα αύξηση των επιτοκίων του ευρώ και να βρει μια σχετική σταθερότητα η αγορά. Μετά όμως από αυτήν την περίοδο, οι ίδιες πηγές δεν απέκλειαν ακόμη και κάποια κανονική έκδοση, αν παρουσιαστεί κάποιο “ξέφωτο” από τις κινήσεις των αγορών. Τούτο, παρότι οι αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων μπορούν να αγγίξουν το επόμενο διάστημα ακόμη και το 5%. Ακόμη όμως και αν δεν γίνει κάτι τέτοιο, δεν υπάρχει κάτι επείγον να καλυφθεί με δανεισμό από τις αγορές, μέχρι και το τέλος του χρόνου. Τα ταμειακά διαθέσιμα φτάνουν σήμερα τα 39 δισ. ευρώ και μπορούν να καλύψουν και τις ανάγκες, τουλάχιστον μέχρι και το τέλος του 2024.

Ωστόσο, λόγω της καλής πορείας της οικονομίας, ο χρόνος αναμένεται να κλείσει με διαθέσιμα τα οποία θα φτάνουν στα 35 δισ. ευρώ, αντί των 30 δισ. ευρώ που υπολογίζονταν στις αρχές του χρόνου. Από την άλλη, οι ελπίδες της γειτονικής Ιταλίας η οποία δεν έχει την πολυτέλεια να περιμένει, στρέφονται στην αναμενόμενη παρέμβαση της ΕΚΤ με το νέο εργαλείο, με το οποίο υποσχέθηκε ότι θα εξομαλύνει τον κατακερματισμό των αποδόσεων των ομολόγων των χωρών του Ευρωπαϊκού Νότου.

Του χρόνου το ” πράσινο” ομόλογο
Εκτός από τις μικρές ενδιάμεσες εκδόσεις το ΥΠΟΙΚ φαίνεται ότι θα αναβάλλει για το 2023 και την έκδοση του πρώτου ελληνικού “πράσινου” ομολόγου, το οποίο προγραμματιζόταν για το δεύτερο εξάμηνο του 2022. Η ζήτηση για τέτοιου είδους ομόλογα είναι εξαιρετικά χαμηλή και θα παραμείνει σε αυτήν την κατάσταση και τους επόμενους μήνες. Μια τέτοια έκδοση, θα γινόταν περισσότερο για συμβολικούς, παρά για ουσιαστικούς λόγους. Η Ελλάδα θέλει να συμμετέχει σε μια νέα αγορά που διαμορφώνεται τώρα στην Ευρώπη, προσβλέποντας σε οφέλη για το μέλλον. Προς το παρόν, τα “πράσινα” έργα μπορούν να χρηματοδοτηθούν και από το Ταμείο Ανάκαμψης αλλά και από το ειδικότερο πρόγραμμα το REpowerEU. Για όλους αυτούς τους λόγους κρίθηκε ότι η συγκεκριμένη έκδοση, είναι καλύτερο να γίνει σε πιο ομαλές συνθήκες τον επόμενο χρόνο.

Του Τάσου Δασόπουλου/capital.gr

Διαβάστε την συνέχεια του άρθρου...
Shares