ΤΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΑ ΜΑΣ ΣΤΙΣ ΚΥΚΛΑΔΕΣ: ΠΕΝΤΕ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΘΥΜΟΥΝΤΑΙ ΤΙΣ ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΑΠΟ ΤΑ ’80s ΕΩΣ ΤΑ ’00s

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Υπήρχε μια εποχή που για να πάει κάποιος διακοπές στις Κυκλάδες δεν χρειαζόταν πολύπλοκο προγραμματισμό, εφαρμογές στο κινητό ή εξωφρενικά ποσά. Αρκούσε ένα ακτοπλοϊκό εισιτήριο από τον Πειραιά, μια σκηνή κάμπινγκ στο πατάρι και μια καλή παρέα. Στα δεκαετία του ’80, του ’90 αλλά και στις αρχές των ’00s, η Μύκονος, η Σαντορίνη, η Πάρος, η Αστυπάλαια και τα υπόλοιπα νησιά του Αιγαίου πρόσφεραν μια παντελώς διαφορετική εμπειρία. Τα δωμάτια βρίσκονταν επί τόπου στο λιμάνι από στόμα σε στόμα, τα μπιτσόμπαρα δεν υπήρχαν ούτε ως ιδέα, ενώ οι αναμνήσεις αποτυπώνονταν σε αναλογικά φιλμ που συχνά καίγονταν. Πέντε άνθρωποι μιλούν για εκείνα τα καλοκαίρια της ανεμελιάς που άλλαξαν για πάντα τον τρόπο που βλέπουν τις διακοπές.


Σαντορίνη 1983: Η Εποχή της Αυθεντικότητας και η Παρθένα Καλντέρα

Το ταξίδι ξεκίνησε με τον Ηλεκτρικό από την Ομόνοια για τον Πειραιά, φορτωμένοι με μπαγκάζια για το πρωινό καράβι. Ο Θανάσης, φοιτητής τότε, ταξίδεψε στο κατάστρωμα για οκτώ ώρες μαζί με τη σύντροφό του και ένα φιλικό ζευγάρι. Φτάνοντας στο λιμάνι του Αθηνιού, η έννοια της προκράτησης ήταν άγνωστη. Το κατάλυμα στο χωριό Εμπορείο βρέθηκε ρωτώντας ντόπιους στον δρόμο, ενώ οι μετακινήσεις γίνονταν αποκλειστικά με μικρά λεωφορεία της γραμμής προς Φηρά, Οία, Ακρωτήρι και Περίσσα.

Η εικόνα του νησιού δεν είχε καμία σχέση με τη σημερινή αλόγιστη τουριστική ανάπτυξη. Η Οία έφερε ακόμη ορατές τις πληγές από τον καταστροφικό σεισμό του 1956, ενώ ο αρχαιολογικός χώρος στο Ακρωτήρι ήταν ασκεπής. Στις απέραντες παραλίες με τη μαύρη άμμο στην Περίσσα και το Καμάρι δεν υπήρχαν ομπρέλες, ξαπλώστρες ή περιττές πολυτέλειες, παρά μόνο πετσέτες πάνω στα βότσαλα. Η διασκέδαση περιελάμβανε πρόχειρο φαγητό με σουβλάκια, ποτό με κλασική μουσική στις ξαπλώστρες του ιστορικού μπαρ του Φράγκου με θέα την Καλντέρα, αλλά και πεζοπορία προς την Αρχαία Θήρα. Η αλλοίωση του τοπίου τα μετέπειτα χρόνια ήταν τόσο μεγάλη, που ο ίδιος επέλεξε να κρατήσει στη μνήμη του μόνο εκείνες τις πρώτες αυθεντικές εικόνες.


Αστυπάλαια 1986: Διακοπές με 16 Ώρες Καράβι και Γράμματα από το Ταχυδρομείο

Το ταξίδι για την Αστυπάλαια το 1986 διαρκούσε έως και 16 ώρες λόγω των συνεχών στάσεων, ενώ τα δρομολόγια παρουσίαζαν συχνά πολυήμερες καθυστερήσεις. Η Λίλη και ο Χρήστος, 22 ετών τότε, ταξίδεψαν χωρίς προκρατημένα εισιτήρια ή αμάξι, επιλέγοντας τη διαμονή στο κάμπινγκ του νησιού. Τότε οι διακοπές δεν διαρκούσαν ποτέ λιγότερο από μία ή δύο εβδομάδες, καθώς το σκεπτικό ήταν «μένουμε όσο μας βγάλουν τα λεφτά».

Ο εξοπλισμός και οι παροχές στο νησί ήταν εξαιρετικά λιτές. Το καθημερινό μενού περιελάμβανε τυρόπιτα από τον μοναδικό φούρνο, χωριάτικη σαλάτα, πατάτες, ούζο με μεζέ και φθηνή βότκα λόγω του ειδικού φορολογικού καθεστώτος των Δωδεκανήσων. Οι μετακινήσεις γίνονταν με ένα λεωφορείο που σταματούσε όπου του έκανε νόημα ο επιβάτης. Χωρίς κινητά τηλέφωνα, η επικοινωνία με τους φίλους στην Αθήνα γινόταν μέσω επιστολών που στέλνονταν από το τοπικό ταχυδρομείο των ΕΛΤΑ. Επιστρέφοντας στο νησί πρόσφατα, η εικόνα της αυξημένης δόμησης και του τριπλάσιου κόσμου επιβεβαίωσε την πλήρη μεταμόρφωση του νησιού.


Σαντορίνη 1990: Χαμένες Βαλίτσες, Αναλογικά Φιλμ και Ξενύχτια ως την Ανατολή

Η έλλειψη τεχνολογίας έκανε τις διακοπές του 1990 μια πραγματική περιπέτεια συντονισμού. Η Γεωργία, 23 ετών τότε, περιγράφει πώς η ίδια και η φίλη της έχασαν το πλοίο στο λιμάνι επειδή έπιασαν την κουβέντα, ενώ οι βαλίτσες τους είχαν ήδη ταξιδέψει. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να περιμένουν μέχρι το χάραμα στην Πάρο για να ανακτήσουν τις αποσκευές τους από το δρομολόγιο της επιστροφής.

Τα χρήματα μαζεύονταν με κόπο από ημιαπασχόληση, αλλά το κόστος ζωής στα νησιά επέτρεπε άνετες διακοπές. Ο καφές καταναλωνόταν αποκλειστικά σε τραπέζια, καθώς δεν υπήρχε η έννοια του takeaway, ενώ το βραδινό πρόγραμμα περιελάμβανε ποτό σε μπαράκια και ντισκοτέκ μέχρι την ανατολή του ηλίου. Οι αναμνήσεις καταγράφονταν σε απλές φωτογραφικές μηχανές με 24άρια φιλμ, τα οποία πολλοί κινδύνευαν να χάσουν αν «καίγονταν» κατά την εμφανιση.


Μύκονος 2005: Φοιτητική Τρέλα, Eurovision και η Αρχή της Αλλαγής

Στα μέσα της δεκαετίας του 2000, η Μύκονος διατηρούσε ακόμη ένα σημαντικό μέρος από τον προσβάσιμο χαρακτήρα της για νεαρούς ταξιδιώτες. Ο Νικόλας θυμάται τις φοιτητικές εξορμήσεις τον Μάιο του 2005, σε μια περίοδο που συνέπεσε με τη νίκη της Ελλάδας στη Eurovision. Τα ταξίδια γίνονταν πλέον με γρήγορα καταμαράν, ενώ οι τιμές σε διαμονή και διασκέδαση δεν είχαν καμία σχέση με τη μεταγενέστερη εκτόξευση μετά το 2014.

Το καθημερινό πρόγραμμα συνδύαζε ατελείωτες ώρες στην παραλία Super Paradise και βραδινές εξόδους σε κλαμπ χωρίς το σημερινό άγχος των ακριβών κρατήσεων. Το φαγητό βασιζόταν στο σουβλάκι και την πίτσα για λόγους παρέας, ενώ οι μετακινήσεις γίνονταν με λεωφορεία, ταξί ή πόδια. Αν και το φυσικό τοπίο δεν άλλαξε δραματικά, η σημερινή εικόνα με το κυκλοφοριακό μποτιλιάρισμα και τις εξωφρενικές τιμές έχει αλλοιώσει την έννοια της χαλάρωσης.


Δονούσα 2007: Φραπέδες στο Καράβι και το Τέλος του Ελεύθερου Κάμπινγκ

Στις Μικρές Κυκλάδες του 2007, ο χρόνος του ταξιδιού δεν μετριόταν σε ώρες αλλά σε καραβίσιους φραπέδες και σελίδες βιβλίων. Ο Ορέστης περιγράφει τις διαδρομές με το ιστορικό πλοίο «Δημητρούλα», το οποίο προσέγγιζε δεκάδες νησιά, χωρίς την παρουσία smartphones ή μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Η προετοιμασία περιελάμβανε απλά το ψάξιμο της σκηνής στο πατάρι και τηλεφωνικές συνεννοήσεις για κάποιο δωμάτιο.

Το κόστος ήταν στο ένα δέκατο των σημερινών τιμών, με τη διατροφή να περιλαμβάνει κονσέρβες, μπίρες στην άμμο και διάβασμα εφημερίδων που κατέφθαναν με μέρες καθυστέρηση. Η διαμονή στην παραλία του Κέδρου συγκέντρωνε ένα εναλλακτικό κοινό που αναζητούσε την ελευθερία. Η σταδιακή κατάργηση του ελεύθερου κάμπινγκ και η στροφή στον πολυτελή τουρισμό μετέτρεψαν τις Κυκλάδες από έναν χιώτικο και αυθόρμητο προορισμό σε ένα οργανωμένο θεματικό πάρκο διασκέδασης.