Σοκ! Επιστροφή των δεδουλευμένων από συνταξιούχους του ελληνικού Δημοσίου ζητά το κράτος – Ποιους αφορά

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Ψυχρολουσία» για εκατοντάδες υπαλλήλους υπουργείων και δήμων, που, ενώ συνέχισαν να εργάζονται μετά τη συνταξιοδότησή τους με τη ρητή συναίνεση των υπηρεσιών τους, καλούνται να επιστρέψουν στο ακέραιο τους μισθούς που εισέπρατταν όλα αυτά τα χρόνια.

Το Δημόσιο, επικαλούμενο τη διάταξη περί «αυτοδίκαιης απόλυσης» λόγω απονομής πλήρους σύνταξης, αποστέλλει ειδοποιήσεις επιστροφής ποσών, υποστηρίζοντας ότι… δεν έπρεπε ποτέ να εργάζονται. Οι υπάλληλοι είχαν ενημερώσει για τη συνταξιοδότησή τους, είχαν καταθέσει αίτηση για συνέχιση της εργασίας τους, είχαν λάβει διοικητική έγκριση και όλα αυτά συνοδεύονταν από την προβλεπόμενη παρακράτηση της σύνταξης, αρχικά κατά 30% και στη συνέχεια κατά 10%.

Η εξέλιξη έχει προκαλέσει σοκ, καθώς οι απαιτήσεις του Δημοσίου ξεπερνούν τις 30.000 ευρώ, ενώ υπάρχουν αναφορές για περιπτώσεις εργαζομένων που απασχολούνταν ως συνταξιούχοι ακόμα και από το 2015, με το συνολικό ποσό να υπερβαίνει τις 130.000 ευρώ. Τα «ραβασάκια» συνοδεύονται από διαπιστωτικές πράξεις αυτοδίκαιης απόλυσης, με αναδρομική ισχύ.

Ποιους αφορά η κλήση

Το φαινόμενο αφορά κυρίως υπαλλήλους Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου (ΙΔΑΧ), που με την υποβολή αίτησης συνταξιοδότησης στα 62 υπέβαλαν και αίτημα παραμονής στην εργασία τους. Οι υπηρεσίες, αφού έλαβαν ακόμα και την απόφαση του ΕΦΚΑ για την απονομή σύνταξης, συνέχισαν να τους μισθοδοτούν κανονικά. Οι εργαζόμενοι παρείχαν κανονικά τις υπηρεσίες τους, χωρίς καμία αλλαγή στο καθεστώς απασχόλησης, πλην της υποχρεωτικής ανακατάταξής τους σε χαμηλότερο μισθολογικό κλιμάκιο.

Μία από τις περιπτώσεις που αποτυπώνουν ανάγλυφα την κατάσταση αφορά υπάλληλο του υπουργείου Τουρισμού, η οποία συνταξιοδοτήθηκε τον Ιούλιο του 2022. Τον ίδιο μήνα υπέβαλε αίτηση για συνέχιση της απασχόλησής της, η οποία έγινε δεκτή. Συνέχισε να εργάζεται και να αμείβεται με τις νόμιμες κρατήσεις στη σύνταξή της.

Ωστόσο, τον περασμένο Μάιο της επιδόθηκε «Κλήση προς επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντων», η οποία συνοδευόταν από διαπιστωτική πράξη αυτοδίκαιης απόλυσης βάσει του Άρθρου 20 του Ν. 3801/2009. Η πράξη έκρινε ότι από την 1η Αυγούστου 2022 -έναν μήνα μετά τη συνταξιοδότησή της- δεν έπρεπε να εργάζεται, καθώς είχε απολυθεί αυτοδικαίως. Κατά συνέπεια, τα χρήματα που εισέπραξε κρίνονται τώρα μη νόμιμα.

Σύμφωνα με την επίσημη κλήση που της επιδόθηκε, οφείλει να επιστρέψει 28.937,61 ευρώ για την περίοδο 1/8/2022 έως 31/1/2025, ποσό στο οποίο περιλαμβάνεται και αναδρομική διόρθωση βαθμού μισθολογικού κλιμακίου. Της δίνεται διορία ενός μήνα να αποπληρώσει σε οποιαδήποτε ΔΟΥ, αλλιώς θα κινηθεί διαδικασία καταλογισμού. Η υπάλληλος, σε επιστολή στην υπηρεσία της, υποστηρίζει ότι η ίδια όχι μόνο δεν απέκρυψε τη συνταξιοδότησή της, αλλά κοινοποίησε εγκαίρως την απόφαση του ΕΦΚΑ, στην οποία αναφερόταν ρητά η πρόθεσή της να συνεχίσει την εργασία της.

Όπως επισημαίνει: «Η κλήση που μου αποστείλατε για επιστροφή ποσού δεν πρέπει να αφορά εμένα, αλλά εσάς. Είχατε γνώση της συνταξιοδότησής μου και της αίτησης παραμονής, ενώ τα δε δουλευμένα που μου καταβλήθηκαν αντιστοιχούν σε εργασία που παρείχα κανονικά, ανελλιπώς και καθημερινά». Και συνεχίζει: «Δεν αναγνώσατε -ή δεν κατανοήσατε- την πρόσφατη διάταξη του Άρθρου 64 του Ν. 5113/2024, η οποία προβλέπει ότι για ΙΔΑΧ υπαλλήλους που συνέχισαν να εργάζονται μετά την αίτηση συνταξιοδότησης τα ποσά που καταβλήθηκαν δεν καταλογίζονται και δεν αναζητούνται». Η ίδια προειδοποιεί για προσφυγή σε ένδικα μέσα και ζητεί την ακύρωση κάθε καταλογιστικής πράξης. Η βάση του προβλήματος βρίσκεται στον Νόμο 3801/2009, σύμφωνα με τον οποίο οι αορίστου χρόνου υπάλληλοι απολύονται αυτοδίκαια με την απονομή πλήρους σύνταξης.

Ωστόσο, για μεγάλο διάστημα, δεν εφαρμόστηκε με αυστηρότητα – ή δεν ερμηνεύτηκε σωστά. Πολλές υπηρεσίες ενέκριναν τη συνέχιση της απασχόλησης, ειδικά σε θέσεις όπου δεν υπήρχε αντικαταστάτης. Ακόμα πιο προβληματική είναι η καθυστερημένη εφαρμογή της διάταξης: ενώ τα αρμόδια όργανα είχαν αποδεχθεί ρητά την απασχόληση συνταξιούχων, τρία χρόνια μετά τη συνταξιοδότηση διαπιστώνεται ότι η παραμονή ήταν παράτυπη.