ΣΟΦΙΑ ΒΕΜΠΟ: Η ΖΩΗ, ΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΘΡΥΛΟΙ ΠΥΡΟΣΒΕΣΑΝ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΤΗΣ «ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ ΝΙΚΗΣ»

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

«Εγώ θα σας αφηγηθώ τη ζωή μου με απλότητα. Είναι μια απλή ζωή που αμφιβάλλω αν θα σας ενθουσιάσει… Σ΄ εκείνον τον πόλεμο, όλοι έδωσαν τη ζωή τους, τα μάτια τους, τα πόδια τους, τα χέρια τους, την υγεία τους. Εγώ τι έδωσα; Την φωνή μου που, καλή ή κακή, την έχω ακόμα ακέραιη και ζωντανή. Δεν μου χρωστάει λοιπόν τίποτα ούτε το ελαφρό τραγούδι ούτε η Ελλάδα. Εγώ τους χρωστάει τα πάντα γιατί αυτά με κάνανε Βέμπο».

Η Σοφία δεν έμοιαζε με καμία άλλη. Με τη βαθιά, καθηλικτική φωνή της, κατάφερε να υψώσει μια ολόκληρη χώρα τόσο ψηλά, που ακόμη και σήμερα τα σύννεφα της ανήκουν. Άλλωστε, κόρη καπνεργάτη ήταν, γεννημένη για να αγγίξει τον ουρανό· έπεσε στη γη σαν αστέρι και, στο τέλος, έγινε θρύλος.

Σατίρισε με θάρρος τους κατακτητές

Σύμβολο ενός ολόκληρου λαού, απόλυτα ταυτισμένη με το έπος του ’40, η Σοφία Βέμπο κατόρθωσε να συνδέσει το όνομά της με τη νεότερη ιστορία του Έθνους. Η εθνική μας φωνή με την ξεχωριστή χροιά και την ισχυρή προσωπικότητα, τραγούδησε με πυγμή, σατίρισε με θάρρος τους κατακτητές και εμψύχωσε τους Έλληνες φαντάρους μας στο ελληνοαλβανικό μέτωπο, με τραγούδια που έγιναν πατριωτικοί ύμνοι. Η καλλιτεχνική της πορεία εκτείνεται από τον Μεσοπόλεμο έως τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια και τη δεκαετία του ’50.

Το πραγματικό της όνομα ήταν «Σοφία Μπέμπου», όμως η ίδια επέλεξε να υιοθετήσει το επίθετο «Βέμπο» κάνοντας και τις απαραίτητες νόμιμες διαδικασίες επειδή έτσι είχε συνηθίσει να προφέρει το όνομα της το κοινό. Γεννήθηκε στην Καλλίπολη της Ανατολικής Θράκης στις 10 Φεβρουαρίου του 1910 και έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 68 ετών στις 11 Μαρτίου του 1978.

Ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος είχε αρχίσει

Στις 28 Οκτωβρίου του 1940, στις 10.00 ώρα, τη στιγμή που θα συνέχιζε το ραδιοφωνικό πρόγραμμα του Ζαππείου με αναμετάδοση τραγουδιών της Σοφίας Βέμπο, ο εκφωνητής Κώστας Σταυρόπουλος διακόπτει τη ροή του προγράμματος και προβαίνει στην ιστορική εκείνη ανακοίνωση της επίθεσης των ιταλικών δυνάμεων κατά της Ελλάδας και την άμυνα των ημετέρων.

Ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος είχε αρχίσει. Η Βέμπο τραγουδά σατιρικά και πολεμικά τραγούδια και γίνεται η εθνική φωνή που εμψυχώνει τους Έλληνες στρατιώτες στο μέτωπο και συγκλονίζει το πανελλήνιο. Την ίδια εποχή, σε μία συμβολική πράξη, προσφέρει στο Ελληνικό Ναυτικό 2.000 χρυσές λίρες. Με την είσοδο των ναζιστικών στρατευμάτων στην Αθήνα φυγαδεύεται μεταμφιεσμένη σε καλόγρια στη Μέση Ανατολή, όπου συνεχίζει να τραγουδά για τα εκεί ελληνικά και συμμαχικά στρατεύματα.

«Παιδιά της Ελλάδος παιδιά» σε στίχους του Μίμη Τραϊφόρου

Ένα από τα τραγούδια που χαράχτηκαν ανεξίτηλα στο έπος του ’40 και τραγουδιέται μέχρι σήμερα στην επέτειο της 28ης Οκτωβρίου είναι το «Παιδιά της Ελλάδος παιδιά» σε στίχους του Μίμη Τραϊφόρου και μουσική του Μιχάλη Σουγιούλ. Ήταν το πρώτο τραγούδι του έπους του ’40, εκείνο που εκτόξευσε την καριέρα της Βέμπο.

Το τραγούδι είναι στην ουσία η «Ζεχρά» του 1938 (στίχοι Αιμίλιου Σαββίδη, μουσική Μιχάλη Σουγιούλ, πρώτη εκτέλεση Σοφία Βέμπο), στο οποίο άλλαξε τους στίχους ο Τραϊφόρος το 1940 και έγινε το «Παιδιά της Ελλάδος παιδιά». Λέγεται ότι στους τελευταίους στίχους του διάσημου κομματιού ο Μίμης Τραϊφόρος είχε γράψει: «Αν δεν ρθήτε νικηταί, να μην έρθετε ποτέ». Ο στίχος αυτός φάνηκε σκληρός στην Βέμπο και έπεισε τον Τραϊφόρο να αλλάξει τους στίχους μετατρέποντάς τους σε: «Με της νίκης τα κλαδιά, σας προσμένουμε παιδιά».

Το «Παιδιά της Ελλάδος Παιδιά» υπήρξε η αφετηρία του μεγάλου έρωτα της Σοφίας Βέμπο και του Μίμη Τραϊφόρου, ο οποίος τη λάτρεψε μέχρι τον θάνατό της. «Ενός έρωτα που έπεσε σαν οδοστρωτήρας στη ζωή μου και δεν άφησε όρθιες ούτε τις αναμνήσεις μου», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο Τραϊφόρος. «Ήμουν γεμάτος δέος απέναντι σ’ αυτή τη γυναίκα. Γιατί το μόνο που σου επέτρεπε ήταν να τη σέβεσαι. Δεν τολμούσα να σηκώσω τα μάτια μου να την κοιτάξω».

Η είσοδος της δεσποινίδος Βέμπο

Όπως αναφέρει η Μηχανή του Χρόνου συναντιόντουσαν καθημερινά κρυφά στο Ζάππειο. Κρυφά γιατί η Σοφία παρόλο που ήταν φτασμένη τραγουδίστρια και συντηρούσε την οικογένειά της, ζούσε κάτω από αυστηρές οικογενειακές αρχές και δεν ήθελε να δίνει δικαιώματα. Ως μεγαλύτερη ήθελε να είναι παράδειγμα για τα αδέλφια της. Γεγονός ότι τόσο ο Τζώρτζης όσο η Αλίκη, αλλά και ο Ανδρέας δεν τόλμησαν ποτέ να της παρουσιάσουν κάποιο δικό τους φλερτ.

Ένα εύστοχο σχόλιο για της αρχές της έκανε ο Θεόφραστος Σακελλαρίδης, μουσικοσυνθέτης και δημιουργός της ελληνικής οπερέτας: «Η είσοδος της δεσποινίδος Βέμπο εις το θέατρον είναι ένα από τα αξιοσημείωτα γεγονότα, διότι εσήλθεν εις το θέατρον, το σπίτι, η οικογένεια, το κορίτσι». Εκτεθειμένη στα πάθη της για τον Τραϊφόρο η Βέμπο, ανήμπορη να διαχειριστεί την ένταση μεταξύ τους και τις προδοσίες του καταφεύγει στο αλκοόλ και τα βαρβιτουρικά. Η Βέμπο ήταν αφόρητα ζηλιάρα.

Σε ένα περιστατικό λένε ότι άφησε την ορχήστρα να παίζει την εισαγωγή της «Ταμπακέρας» για να ξυλοφορτώσει μια μπαλαρίνα του θιάσου της επειδή «υποψιαζόταν πως τα είχε με τον Μίμη της». Μια άλλη φορά, каτέβηκε από τη σκηνή -σε ένα γεμάτο θέατρο!- και επιτέθηκε σε μια κοπέλα που είχε δει στο βάθος, επειδή «την φλέρταρε ο Τραϊφόρος».

Τα τραγούδια του μετώπου και η γελοιοποίηση του Ντούτσε

Την ίδια εποχή, ο Γιώργος Οικονομίδης και ο Πωλ Μενεστρέλ, που υπηρετούσαν μαζί τη θητεία τους, έβαλαν ελληνικούς στίχους στη μελωδία του ιταλικού τραγουδιού «Reginella Campangola». Έτσι προέκυψε το θρυλικό «Κορόιδο Μουσολίνι» ή «Με το χαμόγελο στα χείλη».

Αυτό το τραγούδι-σταθμός του ’40, το οποίο ερμήνευσαν η Βέμπο και ο Νίκος Γούναρης, έγινε αμέσως πατριωτικός ύμνος. Το 1941 η Βέμπο τραγούδησε το «Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του», παρωδία του Γ. Θίσβιου πάνω στη μεγάλη προπολεμική επιτυχία του Θ. Σακελλαρίδη «Πλέκει η Βάσω τα προικιά της». Η Ελλάδα γέλαγε με τις μεγαλόστομες απειλές του Ντούτσε, καθώς φανταζόταν ένα κοντόχοντρο, γελοίο ανθρωπάκι να τριγυρνά μαδημένο και να ξεφουσκώνει σαν αποκριάτικο μπαλόνι. Αυτή η γελοιοποίηση του Ντούτσε αποδυνάμωνε τον τρόμο του πολέμου, γιγάντωνε το ηθικό του στρατού και έδινε κουράγιο.

«Ή φασίσται Ιταλοί ή άνθρωποι της Γκεστάπο»

Λίγο προτού εισέλθουν οι Γερμανοί στην Αθήνα και ενώ με τα τραγούδια της κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου έχει γίνει η «τραγουδίστρια της νίκης», βγαίνοντας από το θέατρο Μοντιάλ όπου εμφανίζεται και πηγαίνοντας στο Αλάμπρα όπου παίζει η αδελφή της Αλίκη, συνέβη το εξής περιστατικό το οποίο η Σοφία Βέμπο αναφέρει στην αυτοβιογραφία της:

«Ξαφνικά ένιωσα ένα τρομερό σε δύναμη κρύο χτύπημα στο πρόσωπο. Ήταν σαν σιδερένια γροθιά. Σωριάστηκα αμέσως. Επρόλαβα να φωνάξω: “Με σκότωσες, παλιάνθρωπε”. Τίποτα άλλο, λιποθύμησα». Το πρωί της άλλης ημέρας το τηλέφωνο του σπιτιού της χτυπάει και αμέσως μια βαριά φωνή τής λέει: «Σ’ τα σπάσαμε τα μούτρα για να μην μπορής να βγαίνης στο θέατρο και να λες αυτά που λες». «Μην στεναχωριέστε, τους απάντησα, θα τα πω από το ραδιόφωνο. Ήταν φανεροί πλέον οι δολοφόνοι μου: ή φασίσται Ιταλοί ή άνθρωποι της Γκεστάπο».

Ακολουθούν οι φυλακές Αβέρωφ και η φυγάδευση

Την εποχή εκείνη κυκλοφορούν φήμες από τις δυνάμεις κατοχής ότι η Σοφία Βέμπο πέθανε. Αλλά δεν μένουν εκεί. Μόλις ξεκίνησε μια απογευματινή της παράσταση, δύο λοχαγοί της Γκεστάπο της λένε να ντυθεί και να τους ακολουθήσει και την οδηγούν στα ανακριτικά της Γκεστάπο. Ακολουθούν οι φυλακές Αβέρωφ. Την ξαναπηγαίνουν στην Γκεστάπο και την αφήνουν αφού υπέγραψε χαρτί όπου διαβεβαιώνει ότι δεν θα ξανατραγουδήσει πατριωτικά τραγούδια. Το κάνει. Αλλά στέλνει τα μηνύματά της μέσω τραγουδιών.

Οι Ιταλοί στη συνέχεια την καλούν να σταματήσει με ανακοίνωσή τους. Και έγινε. Δεν μπορούσε να ασκήσει το επάγγελμά της. Μετά από λίγο την άδεια την παίρνει πίσω. Και ανήμερα την 28η Οκτωβρίου, με τους Ιταλούς και Γερμανούς λογοκριτές δίπλα της, δίνει παράσταση ντυμένη στα γαλανόλευκα. «Οι Ιταλοί ελύσσαξαν αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν πια τίποτα». Με την είσοδο των ναζιστικών στρατευμάτων στην Αθήνα η Βέμπο φυγαδεύεται μεταμφιεσμένη σε καλόγρια στη Μέση Ανατολή όπου συνεχίζει να τραγουδά για τα ελληνικά και συμμαχικά στρατεύματα της περιοχής, ενισχύοντας με κάθε τρόπο τον εθνικό αγώνα.