Ρωσία: Επιστρέφει δυναμικά στις εξαγωγές ντίζελ – Στα 500.000 βαρέλια ημερησίως για τον Νοέμβριο.

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Η διακοπή των ουκρανικών επιθέσεων στα ρωσικά διυλιστήρια επιτρέπει στη Μόσχα να αυξήσει την παραγωγή καυσίμων και να σχεδιάζει εξαγωγές έως 500.000 βαρελιών ντίζελ ημερησίως τον Νοέμβριο.

 

Μια απροσδόκητη εξέλιξη στον πόλεμο της Ουκρανίας ενδέχεται να αλλάξει τις ισορροπίες στην παγκόσμια αγορά καυσίμων, προσφέροντας προσωρινή ανακούφιση σε καταναλωτές, επιχειρήσεις και οικονομίες που δοκιμάζονται από το υψηλό ενεργειακό κόστος. Η Ρωσία, της οποίας τα διυλιστήρια έχουν υποστεί σημαντικές ζημιές από τις ουκρανικές επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη, ανακτά σταδιακά την παραγωγική της δυναμικότητα και προετοιμάζεται να αυξήσει θεαματικά τις εξαγωγές ντίζελ τον Νοέμβριο.

 

Η εξέλιξη συνδέεται με την αιφνίδια διακοπή των επιθέσεων της Ουκρανίας στις μεγάλες ρωσικές εγκαταστάσεις διύλισης πετρελαίου. Σύμφωνα με ανάλυση της αμερικανικής επενδυτικής τράπεζας JP Morgan, από τις 15 Οκτωβρίου δεν έχουν καταγραφεί νέοι επιβεβαιωμένοι βομβαρδισμοί κατά των συγκεκριμένων εγκαταστάσεων, γεγονός που επιτρέπει στη ρωσική πετρελαϊκή βιομηχανία να επανεκκινήσει μονάδες και να αυξήσει την παραγωγή καυσίμων πολύ ταχύτερα από τις αρχικές εκτιμήσεις.

 

Η επικεφαλής αναλύτρια πετρελαίου της JP Morgan, Νατάσα Κάνεβα, και η ομάδα της επισημαίνουν στην έκθεση με τίτλο «Back in business» ότι ορισμένες φορές η απουσία ειδήσεων αποτελεί την πιο σημαντική είδηση. Στην προκειμένη περίπτωση, η έλλειψη νέων επιθέσεων δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την επιστροφή σημαντικών ποσοτήτων ρωσικού ντίζελ στις διεθνείς αγορές, σε μια περίοδο κατά την οποία η προσφορά παραμένει περιορισμένη και οι τιμές των καυσίμων βρίσκονται υπό πίεση.

 

Κατά τους προηγούμενους μήνες, η Ουκρανία είχε εντείνει τις επιθέσεις εναντίον της ρωσικής πετρελαϊκής βιομηχανίας, αξιοποιώντας μη επανδρωμένα αεροσκάφη μεγάλης εμβέλειας. Η στρατηγική του Κιέβου είχε ως στόχο να πλήξει μία από τις σημαντικότερες πηγές εσόδων της Μόσχας και παράλληλα να περιορίσει τη διαθεσιμότητα καυσίμων που είναι απαραίτητα για τη λειτουργία της ρωσικής οικονομίας και των ενόπλων δυνάμεων.

 

Σύμφωνα με εκτιμήσεις αναλυτών, τουλάχιστον 27 από τα 32 έως 36 μεγάλα διυλιστήρια που βρίσκονται στην ευρωπαϊκή Ρωσία και στις παραμεθόριες περιοχές έχουν αποτελέσει στόχο επιθέσεων ή απόπειρας πλήγματος από ουκρανικά drones. Οι επιχειρήσεις επεκτάθηκαν πολύ πέρα από τις περιοχές που συνορεύουν με την Ουκρανία, φθάνοντας σε εγκαταστάσεις στο Ταταρστάν, στο Γιαροσλάβλ, στην Αγία Πετρούπολη και στο Νίζνι Νόβγκοροντ, σε ορισμένες περιπτώσεις σε αποστάσεις μεγαλύτερες των 1.000 χιλιομέτρων από τα σύνορα.

 

Οι συνεχείς επιθέσεις προκάλεσαν σοβαρά προβλήματα στη λειτουργία των διυλιστηρίων, περιορίζοντας την παραγωγή βενζίνης, πετρελαίου κίνησης και αεροπορικών καυσίμων. Σε αρκετές περιοχές της Ρωσίας εμφανίστηκαν ελλείψεις και μεγάλες ουρές στα πρατήρια, ενώ η κυβέρνηση αναγκάστηκε να επιβάλει προσωρινούς περιορισμούς στις εξαγωγές ντίζελ, προκειμένου να προστατεύσει την εγχώρια αγορά.

 

Οι επιπτώσεις δεν περιορίστηκαν στο εσωτερικό της χώρας. Η Ρωσία αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παραγωγούς και εξαγωγείς πετρελαϊκών προϊόντων παγκοσμίως, με αποτέλεσμα κάθε διαταραχή στην παραγωγή της να επηρεάζει τη διεθνή προσφορά. Η απουσία ρωσικού ντίζελ από τις αγορές συνέβαλε στη στενότητα της προσφοράς και ενίσχυσε τις ανοδικές πιέσεις στις τιμές, ιδιαίτερα σε χώρες που εξαρτώνται από εισαγωγές καυσίμων για τις μεταφορές και τη βιομηχανία.

 

Η εικόνα άρχισε να αλλάζει στα μέσα Οκτωβρίου, όταν οι επιθέσεις στα ρωσικά διυλιστήρια περιορίστηκαν απότομα. Σύμφωνα με πληροφορίες του Bloomberg, δεν καταγράφηκαν επιθέσεις κατά ρωσικών εγκαταστάσεων επεξεργασίας πετρελαίου κατά το επταήμερο που προηγήθηκε της 25ης Οκτωβρίου. Η εξέλιξη σημειώθηκε ενώ βρίσκονταν σε εξέλιξη διπλωματικές προσπάθειες για την πραγματοποίηση τριμερών συνομιλιών μεταξύ Ρωσίας, Ουκρανίας και Ηνωμένων Πολιτειών.

 

Τα δημοσιεύματα συνδέουν την προσωρινή αποκλιμάκωση με τις αμερικανικές πιέσεις προς το Κίεβο για αλλαγή τακτικής, χωρίς ωστόσο να έχει επιβεβαιωθεί ότι υπάρχει επίσημη και δεσμευτική συμφωνία παύσης των επιθέσεων. Η Ουάσιγκτον έχει κάθε λόγο να επιδιώκει τη σταθεροποίηση της αγοράς καυσίμων, καθώς η άνοδος των τιμών του ντίζελ επηρεάζει άμεσα το κόστος μεταφοράς εμπορευμάτων, τη γεωργική παραγωγή και τον πληθωρισμό.

 

Η σημασία της διακοπής των επιθέσεων αποτυπώνεται ήδη στα στοιχεία της παραγωγής. Σύμφωνα με την JP Morgan, η ποσότητα αργού πετρελαίου που επεξεργάζονται τα ρωσικά διυλιστήρια αυξήθηκε κατά 350.000 βαρέλια ημερησίως μέσα σε μόλις μία εβδομάδα, φθάνοντας τα τέσσερα εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα. Η ανάκαμψη δείχνει ότι σημαντικό μέρος της προηγούμενης μείωσης δεν οφειλόταν σε οριστική καταστροφή των εγκαταστάσεων, αλλά στις επανειλημμένες διακοπές λειτουργίας και στην ανάγκη επισκευών υπό τη συνεχή απειλή νέων επιθέσεων.

 

Οι προβλέψεις για τον Νοέμβριο είναι ακόμη πιο εντυπωσιακές. Η αμερικανική τράπεζα εκτιμά ότι η Ρωσία θα μπορούσε να εξαγάγει περίπου 15 εκατομμύρια βαρέλια ντίζελ μέσω των λιμανιών της Βαλτικής κατά τη διάρκεια του μήνα. Η ποσότητα αντιστοιχεί σε περίπου 500.000 βαρέλια ημερησίως, δηλαδή 300.000 περισσότερα από τα σημερινά επίπεδα εξαγωγών που χρησιμοποιεί ως βάση η ανάλυση.

 

Πρόκειται για θεαματική αναθεώρηση των εκτιμήσεων. Πριν από λίγες εβδομάδες, όταν οι επιθέσεις συνεχίζονταν και η λειτουργία των διυλιστηρίων παρέμενε περιορισμένη, οι αναλυτές θεωρούσαν δύσκολο να ξεπεράσουν οι ρωσικές εξαγωγές ντίζελ τα 140.000 βαρέλια ημερησίως. Η νέα πρόβλεψη είναι περίπου 3,6 φορές υψηλότερη από εκείνη την αρχική εκτίμηση, γεγονός που εξηγεί γιατί η JP Morgan κάνει λόγο για σημαντική μεταβολή των δεδομένων στην παγκόσμια αγορά.

 

Εφόσον συνεχιστεί η περίοδος χωρίς νέες επιθέσεις, η ρωσική βιομηχανία διύλισης θα μπορούσε να αυξήσει την επεξεργασία αργού πετρελαίου στα 4,5 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως ή ακόμη περισσότερο. Με μέση απόδοση παραγωγής ντίζελ κοντά στο 37%, η ποσότητα αυτή αντιστοιχεί σε περίπου 1,7 εκατομμύρια βαρέλια ντίζελ ημερησίως.

 

Από αυτά, περίπου 1,2 εκατομμύρια βαρέλια εκτιμάται ότι απαιτούνται για την κάλυψη των εγχώριων αναγκών της Ρωσίας. Το υπόλοιπο, περίπου 500.000 βαρέλια ημερησίως, θα μπορούσε να κατευθυνθεί στις διεθνείς αγορές. Παράλληλα, η αύξηση της λειτουργίας των διυλιστηρίων θα ενίσχυε και την παραγωγή βενζίνης και αεροπορικών καυσίμων, περιορίζοντας τις ελλείψεις στο εσωτερικό της χώρας.