«Πράσινη ανάπτυξη» για λίγους: Η Ελλάδα παράγει φθηνό ρεύμα και οι πολίτες πληρώνουν χρυσάφι

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Για χρόνια ακούμε τα ίδια μεγάλα λόγια περί «πράσινης μετάβασης», «ενεργειακής αυτονομίας» και «εκσυγχρονισμού». Η πραγματικότητα όμως είναι πολύ πιο κυνική: η Ελλάδα παράγει ολοένα και περισσότερη φθηνή ενέργεια από ΑΠΕ, αλλά οι Έλληνες πολίτες συνεχίζουν να πληρώνουν από τα ακριβότερα τιμολόγια ρεύματος στην Ευρώπη.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, έρχεται τώρα η ίδια η αγορά να αποκαλύψει το απόλυτο παράδοξο. Η Βουλγαρία αποθηκεύει τη φθηνή ή ακόμη και μηδενικής τιμής ηλεκτρική ενέργεια που εισάγεται από την Ελλάδα και την αξιοποιεί όταν οι τιμές ανεβαίνουν. Δηλαδή οι γείτονες οργανώνονται, επενδύουν σε υποδομές και κερδίζουν από μια κατάσταση που στην Ελλάδα παρουσιάστηκε ως «εθνικός ενεργειακός θρίαμβος».

Την ίδια στιγμή, εδώ, η κυβέρνηση πανηγυρίζει για την αύξηση των φωτοβολταϊκών και των ανεμογεννητριών, ενώ αποφεύγει επιμελώς να εξηγήσει γιατί το supposedly «φθηνό πράσινο ρεύμα» δεν φτάνει ποτέ φθηνό στον καταναλωτή. Η απάντηση είναι απλή και εξοργιστική: το σύστημα σχεδιάστηκε πρωτίστως για να εξυπηρετεί τους μεγάλους παίκτες της αγοράς και όχι την κοινωνία.

Οι γνωστοί ολιγάρχες της ενέργειας απολαμβάνουν επιδοτήσεις, εγγυημένες αποδόσεις και προνομιακή πρόσβαση στην αγορά, ενώ τα νοικοκυριά βλέπουν λογαριασμούς που θυμίζουν ενοίκιο. Η «πράσινη ανάπτυξη» μετατράπηκε σε μια χρυσοφόρα μπίζνα για λίγους και σε μόνιμη οικονομική αιμορραγία για τους πολλούς.

Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι η χώρα φαίνεται να προχώρησε σε αλόγιστη εγκατάσταση μονάδων ΑΠΕ χωρίς σοβαρό σχεδιασμό για συστήματα αποθήκευσης. Έτσι, όταν υπάρχει υπερπαραγωγή, το ρεύμα διοχετεύεται εκτός συνόρων σε εξευτελιστικές τιμές, ενώ όταν η αγορά πιέζεται, οι Έλληνες καταναλωτές καλούνται ξανά να πληρώσουν το κόστος.

Η ειρωνεία είναι σχεδόν ιστορική. Μια χώρα που διαφημίστηκε ως «ενεργειακός κόμβος» της περιοχής καταλήγει να λειτουργεί ως φθηνός προμηθευτής για όσους είχαν την πρόνοια να οργανωθούν καλύτερα. Και φυσικά, το τίμημα το πληρώνει ο πολίτης που ακούει καθημερινά για «ανάπτυξη», ενώ μετρά κάθε μήνα πόσα μπορεί να αφήσει απλήρωτα.

Η υπόθεση των ΑΠΕ στην Ελλάδα θα μπορούσε να είναι μια μεγάλη ευκαιρία κοινωνικής και οικονομικής αναβάθμισης. Αντί γι’ αυτό, εξελίσσεται σε ακόμη ένα παράδειγμα όπου τα κέρδη ιδιωτικοποιούνται και το κόστος κοινωνικοποιείται. Και όσο η κυβέρνηση συνεχίζει να λειτουργεί περισσότερο ως πολιτικός εκπρόσωπος των ενεργειακών συμφερόντων παρά ως υπερασπιστής της κοινωνίας, το «πράσινο μέλλον» θα μοιάζει ολοένα και περισσότερο με ακριβοπληρωμένο ανέκδοτο.