Πόσος καφές την ημέρα μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο άνοιας

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Η μέτρια κατανάλωση καφέ ή τσαγιού με καφεΐνη φαίνεται να σχετίζεται με χαμηλότερο κίνδυνο άνοιας και πιο αργή γνωστική εξασθένηση, σύμφωνα με νέα μεγάλη επιστημονική μελέτη που εξετάζει τη σχέση ανάμεσα στην καφεΐνη και την υγεία του εγκεφάλου.

Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι το πιο «ευνοϊκό» εύρος κατανάλωσης είναι περίπου 2 έως 3 φλιτζάνια καφέ ημερησίως ή 1 έως 2 φλιτζάνια τσάι με καφεΐνη. Σε αυτά τα επίπεδα παρατηρήθηκε η ισχυρότερη συσχέτιση με μειωμένο κίνδυνο εμφάνισης άνοιας.

Η έρευνα, που βασίστηκε σε δεδομένα από πάνω από 130.000 ενήλικες και παρακολούθησε τους συμμετέχοντες για δεκαετίες, κατέγραψε χιλιάδες περιστατικά άνοιας. Όσοι κατανάλωναν καφέ με καφεΐνη σε μέτριες ποσότητες εμφάνισαν έως και 18% χαμηλότερο κίνδυνο σε σύγκριση με άτομα που έπιναν ελάχιστο ή καθόλου.

Αντίστοιχη τάση παρατηρήθηκε και στο τσάι, ενώ ο ντεκαφεϊνέ καφές δεν εμφάνισε την ίδια συσχέτιση, γεγονός που ενισχύει τον πιθανό ρόλο της καφεΐνης και άλλων βιοδραστικών συστατικών.

Ωστόσο, οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι τα ευρήματα δεν αποδεικνύουν αιτιώδη σχέση. Δηλαδή, δεν σημαίνει ότι ο καφές ή το τσάι προλαμβάνουν την άνοια, αλλά ότι η κατανάλωσή τους συνδέεται με χαμηλότερο κίνδυνο, πιθανώς στο πλαίσιο ενός γενικότερα πιο υγιεινού τρόπου ζωής.

Παράλληλα, η καφεΐνη επηρεάζει μηχανισμούς του εγκεφάλου που σχετίζονται με την εγρήγορση και τη φλεγμονή, ενώ τα ροφήματα αυτά περιέχουν και αντιοξειδωτικές ουσίες που ενδέχεται να υποστηρίζουν την καρδιαγγειακή και εγκεφαλική υγεία.

Οι ειδικοί τονίζουν ότι η υπερβολική κατανάλωση καφεΐνης δεν είναι ακίνδυνη, καθώς μπορεί να προκαλέσει αϋπνία, άγχος ή ταχυκαρδίες. Για τους περισσότερους ενήλικες, τα 400 mg καφεΐνης ημερησίως θεωρούνται το ανώτατο ασφαλές όριο, αν και η ανεκτικότητα διαφέρει από άτομο σε άτομο.

Συμπερασματικά, η μέτρια κατανάλωση καφέ ή τσαγιού μπορεί να αποτελεί μέρος ενός υγιεινού τρόπου ζωής που συνδέεται με καλύτερη εγκεφαλική λειτουργία, χωρίς όμως να θεωρείται από μόνη της προστατευτικός παράγοντας απέναντι στην άνοια.