ΠΩΣ «ΔΡΟΥΣΕ» ΤΟ ΚΥΚΛΩΜΑ ΜΕ ΤΙΣ ΤΗΛΕΦΩΝΙΚΕΣ ΑΠΑΤΕΣ – ΠΡΩΗΝ ΑΘΛΗΤΡΙΑ ΤΩΝ ΟΛΥΜΠΙΑΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΣΥΛΛΗΦΘΕΝΤΩΝ

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Το VoiceNews κατόπιν διεξοδικής έρευνας που πραγματοποίησε πληροφορήθηκε ότι χρειάστηκαν 400 αστυνομικοί για να συλλάβουν 45 άτομα που συμμετείχαν σε οργανωμένο κύκλωμα τηλεφωνικών απατών και κλοπών με θύματα κατά βάση ηλικιωμένους.

Αναμφίβολα πρόκειται για μια σημαντική υπόθεση, με τις αρχές να κάνουν λόγο για περισσότερες από 1.100 περιπτώσεις εξαπάτησης και κλοπών από το 2023 και λεία που υπερβαίνει το ιλιγγιώδες ποσό των 7,5 εκατομμυρίων ευρώ.

Εκ των πραγμάτων αποδεικνύεται πώς η συγκεκριμένη εγκληματική οργάνωση λειτουργούσε με δομή εταιρείας.

Μεταξύ των συλληφθέντων βρίσκεται μία 37χρονη αθλήτρια, η οποία είχε συμμετάσχει στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας. Σύμφωνα με την έρευνα, είχε βοηθητικό ρόλο στη δράση του κυκλώματος, συνδράμοντας τον αδελφό της, ο οποίος λειτουργούσε ως «εισπράκτορας» στο ξέπλυμα χρημάτων και τη διαχείριση των μετρητών από την εκποίηση κοσμημάτων και άλλων κλοπιμαίων.

Κύκλωμα με τηλεφωνικές απάτες: Η δράση του οργανωμένου δικτύου – Πρώην αθλήτρια Ολυμπιακών Αγώνων στους συλληφθέντες

Η δράση του οργανωμένου δικτύου ξεκίνησε τον Φεβρουάριο του 2023, ενώ από τον Απρίλιο του ίδιου έτους είχαν ήδη στήσει:

Αρχηγείο και τηλεφωνικό κέντρο στο Ζευγολατιό Κορινθίας.
Επιχειρησιακά κέντρα σε Άνω Λιόσια, Ζεφύρι, Μενίδι και Αγία Βαρβάρα.

Η οργάνωση διέθετε περίπου 40 τηλεφωνητές, οι οποίοι μιλούσαν άριστα ελληνικά και είχαν γνώση ηλεκτρονικών υπηρεσιών και e-banking. Καθημερινά πραγματοποιούσαν κλήσεις από περίπου 150 «επιχειρησιακά» κινητά τηλέφωνα, προσεγγίζοντας ανυποψίαστα θύματα.

Τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης χρησιμοποιούσαν διαφορετικό τρόπο δράσης, λαμβάνοντας υπόψη κάθε φορά την κίνηση της αγοράς και τις εξελίξεις όσον αφορά επιδοτήσεις, επιδόματα και κυβερνητικές εξαγγελίες.

Πραγματοποιούσαν τηλεφωνικές κλήσεις με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών αλλά και κάνοντας χρήση ψεύτικων στοιχείων ταυτότητας με σκοπό την εξαπάτηση των πολιτών, ενώ παρουσιάζονταν:

ως υπάλληλοι δημοσίων και συνεργαζόμενων φορέων, οι οποίοι με το πρόσχημα της επιστροφής χρημάτων ή πληρωμής κρατήσεων τιμολογίων και εκμεταλλευόμενοι την άγνοια των θυμάτων για τραπεζικής φύσεως συναλλαγές, καθοδηγούσαν λανθασμένα τα θύματα αποστέλλοντας τα χρηματικά ποσά σε τραπεζικούς λογαριασμούς μελών της οργάνωσης,

ως λογιστές – φοροτεχνικοί, όπου με πρόφαση ότι είναι δικαιούχοι είτε κρατικής επιδότησης είτε επιστροφής χρημάτων, αποκτώντας πολλές φορές και πρόσβαση στον ίδιο τον τραπεζικό λογαριασμό των θυμάτων, μετέφεραν χρήματα σε τραπεζικούς λογαριασμούς της οργάνωσης ή πραγματοποιούσαν άμεσα αναλήψεις. Πολλές φορές για να γίνουν πειστικοί, στην συνομιλία συμμετείχε και έτερος δράστης που συστηνόταν ως προϊστάμενος ή ως εξειδικευμένος υπάλληλος που θα βοηθούσε στη διεκπεραίωση, κάμπτοντας τις υποψίες των θυμάτων,

ως λογιστές και βοηθοί λογιστών όπου σε περίπτωση που διαπίστωναν ότι καλούν σε ηλικιωμένους ή άτομα που δεν έχουν καλή γνώση ηλεκτρονικών υπολογιστών και κινητών τηλεφώνων, επικαλούμενοι διάφορα προσχήματα, όπως τη δήλωση στην εφορία ή την ασφάλιση μετρητών και τιμαλφών, έπειθαν τα θύματα να παραδώσουν σε συνεργούς τους χρήματα και τιμαλφή,

σε περίπτωση που δεν γίνονταν πειστικοί ως λογιστές, ξανακαλούσαν τα θύματα ως δήθεν αστυνομικοί, ζητώντας από τα θύματα να πετάξουν τιμαλφή και χρήματα από το μπαλκόνι προκειμένου να «συλλάβουν» επ’ αυτοφώρω τους επίδοξους απατεώνες,

ως δήθεν πωλητές οχημάτων και μηχανημάτων έργου, αναρτώντας αγγελίες σε δημοφιλείς διαδικτυακές πλατφόρμες, με ιδιαίτερα δελεαστικές τιμές, μέσω των οποίων προσελκύονταν ανυποψίαστοι υποψήφιοι αγοραστές. Τα μέλη της οργάνωσης, προσποιούμενα τους ιδιοκτήτες ή εκπροσώπους νόμιμων επιχειρήσεων, απαιτούσαν καταβολή χρηματικής «προκαταβολής» για τη δήθεν «δέσμευση» του οχήματος, επικαλούμενα αυξημένο ενδιαφέρον από τρίτους, λάμβαναν τα ποσά σε τραπεζικούς λογαριασμούς που έλεγχαν και στη συνέχεια είτε προφασίζονταν διάφορα προσκόμματα είτε διέκοπταν πλήρως την επικοινωνία, χωρίς ποτέ να πραγματοποιούν την αγοραπωλησία ή να επιστρέφουν τα καταβληθέντα χρήματα.

Παράλληλα, για την αποφυγή εντοπισμού τους χρησιμοποιούσαν ποικίλα μέτρα αντιπαρακολούθησης, όπως κωδικοποιημένες λέξεις κλπ.

Όσον αφορά στη δομή της οργάνωσης, στο ανώτερο επίπεδο βρίσκονταν ο διευθύνων και οι βοηθοί του, οι οποίοι στην πλειονότητά τους ανήκαν σε στενό οικογενειακό κύκλο και όριζαν την ταυτότητα, μεθοδολογία και δράση της οργάνωσης, ενώ κύρια αρμοδιότητά τους ήταν ο συντονισμός και η οικονομική διαχείριση των εσόδων από την εγκληματική δραστηριότητα, έχοντας τον πλήρη έλεγχο και δίνοντας παράλληλα οδηγίες στα κατώτερα μέλη.

Στα ενδιάμεσα επίπεδα υπήρχαν οι επικεφαλής των ομάδων, οι βοηθοί τους, τηλεφωνητές, στρατολογητές τραπεζικών στοιχείων, εισπράκτορες και τα υποστηρικτικά μέλη.

Στη βάση της ιεραρχίας βρίσκονταν τα «money mules», οι οποίοι διέθεταν τις τραπεζικές τους κάρτες, τα στοιχεία της ηλεκτρονικής τραπεζικής (όνομα χρήστη και κωδικό πρόσβασης ), καθώς και την ταυτοποιημένη στην τράπεζά τους τηλεφωνική σύνδεση – συσκευή κινητής τηλεφωνίας στην οποία ελάμβαναν τους κωδικούς μιας χρήσης (OTPs).

Τα στοιχεία αυτά χρησιμοποιούσαν τα μέλη της οργάνωσης (εξαγοράζοντάς τα έναντι χρηματικού ποσού από 300 έως 800 ευρώ) για τη διευκόλυνση της δράσης τους, τόσο για την άμεση μεταφορά των «εσόδων» τους, όσο και για την προστασία των στοιχείων ταυτότητάς τους.

Εν κατακλείδι, υπενθυμίζουμε ότι τα 45 μέλη της εν λόγω οργάνωσης συνελήφθησαν στο πλαίσιο αστυνομικής επιχείρησης που πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2025, σε περιοχές της Αττικής και Κορινθίας.