POS, χρυσός και Λιβύη: Η υπόθεση ξεπλύματος που «κόπηκε» πριν φτάσει ψηλά

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Οι τουρκικές αρχές ξεκίνησαν έρευνα για ένα εκτεταμένο κύκλωμα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες που φέρεται να συνδέεται κυρίως με τη Λιβύη (και σε μικρότερο βαθμό με το Ιράκ), όμως η αντιπολίτευση καταγγέλλει ότι η υπόθεση «κόπηκε» σκόπιμα ώστε να μην αγγίξει τους πραγματικούς οργανωτές, ανώτερα τραπεζικά στελέχη και εποπτικές αρχές.

Την κριτική αυτή διατυπώνει ο Özgür Karabat, αναπληρωτής πρόεδρος του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHP), ο οποίος υποστηρίζει ότι τα ποσά που έχουν παρουσιαστεί επισήμως ως ύποπτες συναλλαγές μέσω τερματικών POS (point-of-sale) αποτελούν μόνο την κορυφή του παγόβουνου. Κατά τον ίδιο, το κύκλωμα λειτουργούσε ήδη από το 2019 –όχι από το 2022 όπως αναφέρουν οι εισαγγελείς– και οι περισσότερες ροές έγιναν σε δολάρια, αλλά «μεταμφιέστηκαν» εκ των υστέρων σε τουρκικές λίρες ώστε να μειωθεί η ορατή κλίμακα. Εκτιμά ότι ο πραγματικός όγκος θα μπορούσε να ξεπερνά τα 120 δισ. δολάρια, πολύ πάνω από τις δεκάδες δισεκατομμύρια λίρες που έχουν ανακοινωθεί.

Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκεται η περιοχή Λαλέλι στην Κωνσταντινούπολη, γνωστή για χρυσό, ανταλλακτήρια συναλλάγματος και «εμπόριο βαλιτσών». Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, δίκτυο κοσμηματοπωλείων, ανταλλακτηρίων και εταιρειών-βιτρίνας χρησιμοποίησε εκατοντάδες POS για πλασματικές χρεώσεις που εμφανίζονταν ως νόμιμες πωλήσεις (κυρίως χρυσού ή εξαγωγών). Οι εισαγγελείς αναφέρουν πως την περίοδο 2022-2024 τουλάχιστον 21 εταιρείες και 312 POS διεκπεραίωσαν ύποπτες συναλλαγές άνω των 47,5 δισ. λιρών, με εντάλματα για 85 υπόπτους και κατασχέσεις/επιτροπεία σε εταιρείες και ιδρύματα πληρωμών.

Οι εκθέσεις των εποπτικών μηχανισμών περιγράφουν «βιομηχανικής κλίμακας» ανωμαλίες: τεράστιους τζίρους χωρίς αντίστοιχη εμπορική δραστηριότητα, χιλιάδες συναλλαγές σε νυχτερινές ώρες, επαναλαμβανόμενα ίδια ποσά και γρήγορες αναλήψεις μετρητών αμέσως μετά τον διακανονισμό. Το MASAK φέρεται να κατέγραψε ότι σχεδόν το σύνολο των ύποπτων χρεώσεων (99,99%) έγινε με ξένες κάρτες, κυρίως από Λιβύη, Νιγηρία και Ιράκ. Σε ορισμένες περιπτώσεις, εταιρείες εμφάνιζαν περιορισμένες τραπεζικές ροές, ενώ οι συναλλαγές POS έφταναν σε πολλά δισεκατομμύρια, με χρήση ακόμη και πλαστών διαβατηρίων για κάλυψη ελέγχων συμμόρφωσης.

Η «λιβυκή γραμμή» θεωρείται κρίσιμη: περιγράφεται ένα μοντέλο όπου POS που προμηθεύτηκαν τουρκικές τράπεζες μεταφέρονταν στη Λιβύη, ενώ κάρτες λιβυκών τραπεζών κατέληγαν στην Τουρκία για μαζικές χρεώσεις χωρίς πραγματική ανταλλαγή αγαθών. Το σύστημα, σύμφωνα με την καταγραφή, αξιοποιούσε και τη διαφορά ισοτιμιών (αρμπιτράζ) μεταξύ του λιβυκού πλαισίου και της τουρκικής λίρας, αποδίδοντας μικρές προμήθειες στους κατόχους καρτών.

Παρότι υπήρξαν συλλήψεις και έφοδοι, ο Karabat υποστηρίζει ότι η έρευνα στοχεύει κυρίως υπαλλήλους χαμηλότερου/μεσαίου επιπέδου και περιορισμένο αριθμό τραπεζών, αφήνοντας εκτός τους «εγκέφαλους» και όσους, κατά τους επικριτές, όφειλαν να είχαν ενεργοποιήσει έγκαιρα συναγερμούς. Το MASAK έχει δηλώσει ότι αυστηροποίησε το πλαίσιο στα POS με ρυθμιστικές αλλαγές από τα τέλη του 2024, χωρίς όμως –όπως σημειώνεται– να εξηγείται πειστικά γιατί μια τόσο ογκώδης δραστηριότητα δεν ανακόπηκε νωρίτερα.