ΠΟΙΟΣ ΠΛΗΡΩΝΕΙ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ; ΤΟ ΒΕΛΓΙΚΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ ΚΑΙ Η ΕΛΛΑΔΑ - Voice News
Voice News — Όλα στο φως
21,0°Αθήνα 17,8°Θεσσαλονίκη
Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2026

VOICE NEWS · ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Βρείτε την είδηση.

Οι ειδήσεις, οι άνθρωποι και τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.

ΔΟΚΙΜΑΣΤΕ ΜΙΑ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

    Voice News — Όλα στο φως
    ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑΚατάσκοπος
    Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2026 21,0° Αθήνα · 17,8° Θεσσαλονίκη

    ΠΟΙΟΣ ΠΛΗΡΩΝΕΙ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ; ΤΟ ΒΕΛΓΙΚΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ ΚΑΙ Η ΕΛΛΑΔΑ

    ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ 3 Νοεμβρίου, 2026 12:46 ΜΜ
    ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

    Η παραίτηση του Bart De Wever δείχνει πόσο δύσκολη είναι η συμφωνία για την κατανομή του δημοσιονομικού κόστους. Για την Ελλάδα, το ζήτημα αφορά στις ευρωπαϊκές επενδύσεις, στην αμυντική χρηματοδότηση και στη δυνατότητα να στηρίζει τις διεκδικήσεις της σε αξιόπιστο εθνικό σχεδιασμό.

    Στις 2 Νοεμβρίου 2026, ο Bart De Wever υπέβαλε την παραίτηση της κυβέρνησής του. Τα πέντε κόμματα του συνασπισμού δεν μπόρεσαν να συμφωνήσουν σε δημοσιονομική προσαρμογή περίπου δέκα δισεκατομμυρίων ευρώ έως το 2029. Ο βασιλιάς Philippe άφησε σε εκκρεμότητα την απόφασή του. Η διαφωνία έχει ευρωπαϊκή διάσταση, ήτοι ποιος αναλαμβάνει το κόστος όταν οι κρατικές υποχρεώσεις αυξάνονται και τα περιθώρια στενεύουν;

    Για την Ελλάδα, η απάντηση έχει πρακτικές συνέπειες. Η χρηματοδότηση επενδύσεων, αγροτικών ενισχύσεων και αμυντικών προγραμμάτων συνδέεται με αποφάσεις κυβερνήσεων που δέχονται πιέσεις στο εσωτερικό τους. Η Αθήνα έχει λόγο να δει τη βελγική κρίση ως προειδοποίηση για τη δυσκολία αυτών των συμφωνιών. Περισσότερο από μία πιθανή αλλαγή προσώπου στις Βρυξέλλες, μετρά η δυνατότητα των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων να χρηματοδοτούν τις πολιτικές τους δεσμεύσεις.

    Ο συμβιβασμός έχει κοινωνικό κόστος

    Στον συνασπισμό Arizona, η N-VA του De Wever και οι γαλλόφωνοι φιλελεύθεροι του MR αντιστέκονται σε αιτήματα πρόσθετης φορολόγησης. Οι σοσιαλδημοκράτες και οι κεντρώοι εταίροι τους ζητούν να πληρώνουν περισσότερους φόρους οι οικονομικά ισχυρότεροι. Στη διαπραγμάτευση περιλαμβάνονται περικοπές δαπανών και νέα έσοδα. Η διαχωριστική γραμμή ακολουθεί κοινωνικά συμφέροντα και εκλογικά ακροατήρια, χωρίς να περιορίζεται στη γλωσσική διαίρεση της χώρας. Μία μείωση κοινωνικών δαπανών, ένας νέος φόρος και η αναβολή μίας επένδυσης επιβαρύνουν διαφορετικούς ανθρώπους.

    Η ανάγκη δημοσιονομικής προσαρμογής είναι υπαρκτή. Σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία της Eurostat, το βελγικό χρέος ήταν 110,2% του ΑΕΠ στο τέλος Ιουνίου 2026. Το Συμβούλιο της ΕΕ έχει ορίσει το 2029 ως προθεσμία για τη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος. Στην πρόβλεψη του Μαΐου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμούσε ότι οι αυξανόμενες δαπάνες άμυνας και τόκων θα απορροφούσαν μέρος των εξοικονομήσεων. Οι ευρωπαϊκές υποχρεώσεις θέτουν περιορισμούς. Η κυβέρνηση όμως έχει την πολιτική ευθύνη για τα μέτρα και την κατανομή του κόστους.

    Η απλή επίκληση της δημοσιονομικής ανάγκης δεν εξασφαλίζει συναίνεση. Ούτε αρκεί να συμφωνήσουν τα κόμματα σε μία φαινομενικά δίκαιη μοιρασιά. Χρειάζονται μέτρα που αποδίδουν μέσα στο προβλεπόμενο χρονικό διάστημα. Ο οικονομολόγος Philippe Ledent της ING το έχει εξηγήσει με το επίδομα ανεργίας. Ο χρονικός περιορισμός του μπορεί αρχικά να μεταφέρει δαπάνες σε άλλους μηχανισμούς κοινωνικής προστασίας. Ένας συμβιβασμός που στηρίζεται σε υπεραισιόδοξες προβλέψεις εσόδων μεταθέτει την επόμενη σύγκρουση.

    Η υποβολή παραίτησης, πάντως, δεν σημαίνει οριστική κατάρρευση του συνασπισμού. Ο βασιλιάς ανακοίνωσε διαβουλεύσεις και νέα συνάντηση με τον De Wever στις 6 Νοεμβρίου. Δεν έχουν προκηρυχθεί πρόωρες εκλογές, ούτε έχει ανακοινωθεί εντολοδόχος Πρωθυπουργός. Υπάρχει ακόμη η δυνατότητα να διασωθεί ο συνασπισμός ή να σχηματιστεί άλλη κυβέρνηση από τη σημερινή Βουλή.

    Σε περίπτωση κυβερνητικής παραίτησης, η διάλυση της Βουλής απαιτεί τη συγκατάθεση της απόλυτης πλειοψηφίας των μελών της. Οι θεσμοί δίνουν χρόνο για συμφωνία. Η αξία αυτού του χρόνου θα κριθεί από τις αποφάσεις που θα ληφθούν.

    Το βελγικό αδιέξοδο αφορά στην Ευρώπη, καθώς παρόμοιες πιέσεις εμφανίζονται και σε άλλες χώρες. Τον Σεπτέμβριο, ο Paweł Tokarski του γερμανικού ινστιτούτου SWP ανέλυε τους δημοσιονομικούς κινδύνους στη Γαλλία. Τους συνέδεε με την αδυναμία συγκρότησης πολιτικής πλειοψηφίας για την αντιμετώπισή τους. Οι δύο περιπτώσεις δεν καλύπτουν ολόκληρη την ευρωπαϊκή εικόνα. Δείχνουν όμως πόσο εξαρτάται η οικονομική ισχύς από τη δυνατότητα λήψης δύσκολων αποφάσεων.

    Ο ευρωπαϊκός προϋπολογισμός και η ελληνική χρηματοδότηση

    Το πρώτο ζήτημα για την Ελλάδα είναι ο ευρωπαϊκός προϋπολογισμός για την περίοδο από το 2028 έως το 2034. Οι ευρωπαίοι ηγέτες επιδιώκουν πολιτική συμφωνία έως το τέλος του 2026. Εφόσον επιτευχθεί, θα ακολουθήσει η νομοθέτηση, ώστε τα νέα προγράμματα να ξεκινήσουν έγκαιρα. Η τελική έγκριση από το Συμβούλιο της ΕΕ απαιτεί ομοφωνία των κρατών και τη συγκατάθεση του Ευρωκοινοβουλίου. Η δυνατότητα κάθε κυβέρνησης να αποδεχθεί έναν δύσκολο συμβιβασμό επηρεάζει επομένως και τους υπόλοιπους εταίρους.

    Δεν έχει προκύψει βελγικό μπλοκάρισμα της διαδικασίας εξαιτίας της σημερινής κρίσης. Οι ευρωπαϊκές διαπραγματεύσεις συνεχίζονται, με επιμέρους συμφωνίες. Όταν οι κυβερνήσεις δυσκολεύονται να χρηματοδοτήσουν τις εγχώριες υποχρεώσεις τους, μπορεί να έχουν μικρότερο περιθώριο να αποδεχθούν πρόσθετες κοινές δαπάνες. Αν αυτή η δυσκολία γενικευτεί, θα επηρεάσει το ύψος, τους όρους ή τον χρόνο διάθεσης των ευρωπαϊκών πόρων.

    Αυτό αφορά ήδη στον σχεδιασμό της Αθήνας. Στην εξειδίκευση των μέτρων της ΔΕΘ τον Σεπτέμβριο, η κυβέρνηση δήλωσε ότι έχει συνυπολογίσει το ευρωπαϊκό πλαίσιο που βρίσκεται υπό διαπραγμάτευση. Με βάση και αυτό σχεδίασε την αύξηση του συγχρηματοδοτούμενου Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων από το 2028 έως το 2030. Πρόκειται για κυβερνητικό προγραμματισμό, χωρίς ακόμη να έχει εξασφαλιστεί η ευρωπαϊκή κατανομή. Αν η τελική συμφωνία αποδειχθεί δυσμενέστερη ή καθυστερήσει σημαντικά, μπορεί να απαιτηθούν αλλαγές στο χρονοδιάγραμμα, στο εύρος ή στην εθνική χρηματοδότηση των επενδύσεων.

    Ο χρόνος της διαπραγμάτευσης έχει επίσης σημασία. Οι τελικές πληρωμές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής από το Ταμείο Ανάκαμψης πρέπει να ολοκληρωθούν έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026. Τα υπόλοιπα προγράμματα συνεχίζονται, ενώ η οικονομική επίδραση των χρηματοδοτημένων επενδύσεων δεν σταματά την Πρωτοχρονιά. Το νέο δημοσιονομικό πλαίσιο αφορά στην περίοδο από το 2028 και δεν καθορίζει τις ήδη προβλεπόμενες πληρωμές του Ταμείου.

    Η μετάβαση απαιτεί ώριμα έργα και σαφή εικόνα των επόμενων χρηματοδοτήσεων. Αν μία παρατεταμένη διαπραγμάτευση καθυστερήσει την έναρξη των νέων προγραμμάτων, ελληνικές επενδύσεις μπορεί να μετατεθούν ή να χρειαστούν περισσότερη εθνική χρηματοδότηση.

    Στην αγροτική πολιτική, η διάκριση ανάμεσα στην πολιτική συμφωνία και τη χρηματοδότηση είναι ήδη ορατή. Στις 26 Οκτωβρίου, το Συμβούλιο της Ευρώπης συμφώνησε μερική διαπραγματευτική θέση για την ΚΑΠ μετά το 2027. Τα οικονομικά ζητήματα παρέμειναν στη συνολική διαπραγμάτευση του προϋπολογισμού. Δεν μπορούμε επομένως να θεωρούμε δεδομένες απώλειες για την Ελλάδα. Η χώρα χρειάζεται να διεκδικήσει εγκαίρως επαρκείς πόρους και όρους που δεν μεταφέρουν δυσανάλογο βάρος στον εθνικό της προϋπολογισμό.

    Το δεύτερο ζήτημα είναι η άμυνα. Η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση έχει διαφορετικές μορφές, με διαφορετικό κόστος για τον φορολογούμενο. Στις 23 Ιουλίου, η Ελλάδα έλαβε προκαταβολή €118,2 εκατ. από το SAFE, τον ευρωπαϊκό μηχανισμό δανειοδότησης αμυντικών επενδύσεων. Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι τα δάνεια αποπληρώνονται από τα κράτη που τα λαμβάνουν. Οι ευνοϊκότεροι όροι και οι κοινές προμήθειες μπορούν να προσφέρουν όφελος. Η υποχρέωση αποπληρωμής παραμένει εθνική.

    Για αυτό, η ελληνική διαπραγμάτευση χρειάζεται συγκεκριμένα κριτήρια για κάθε πρόγραμμα: συνολικό κόστος, επιχειρησιακή ανάγκη που καλύπτει και συμμετοχή της εγχώριας παραγωγής. Μία κοινή αμυντική φιλοδοξία απαιτεί αντίστοιχη συζήτηση για το πώς μοιράζεται η χρηματοδότηση. Διαφορετικά, η πίεση επιστρέφει στους εθνικούς προϋπολογισμούς, όπου οι εξοπλισμοί συνυπάρχουν με υγειονομική περιλθαψη, υποδομές και κοινωνικές ανάγκες. Το Βέλγιο δείχνει πόσο δυσκολεύει η συμφωνία όταν αυτές οι επιλογές τίθενται ταυτόχρονα.

    Το χρέος και η αξιοπιστία της Ελλάδας

    Στο χρέος, πάντως, οι εύκολες αναλογίες παραπλανούν. Στο τέλος Ιουνίου, το ελληνικό χρέος παρέμενε υψηλότερο, στο 140,8% του ΑΕΠ, σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία της Eurostat. Πρέπει όμως να εξετάζονται και οι όροι εξυπηρέτησης. Ο ΟΔΔΗΧ εκτιμά ότι η μέση σταθμική διάρκεια του χρέους ξεπερνούσε τα 18 έτη στα τέλη Σεπτεμβρίου. Η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει ότι οι μακρές λήξεις και οι ευνοϊκοί όροι των επίσημων δανείων περιορίζουν τους μεσοπρόθεσμους κινδύνους. Σε αυτό συμβάλλει και η προστασία έναντι μεταβολών των επιτοκίων.

    Μία άνοδος των αποδόσεων δεν επιβαρύνει αμέσως ολόκληρο το υπάρχον ελληνικό χρέος. Μπορεί όμως να αυξήσει το κόστος του νέου δανεισμού και, σταδιακά, της αναχρηματοδότησης. Δεν τεκμηριώνεται προς το παρόν ζημία για την Ελλάδα από τη σημερινή βελγική κρίση. Η χώρα έχει λόγο να διαφυλάξει την αξιοπιστία της, ώστε να διατηρήσει περιθώριο επιλογών αν οι συνθήκες στην Ευρώπη δυσκολέψουν.

    Η αξιοπιστία αυτή χρειάζεται και κοινωνική βάση. Ένας προϋπολογισμός οφείλει να εξηγεί ποιος επιβαρύνεται, ποιος προστατεύεται και τι αναμένεται να πετύχει κάθε δαπάνη. Η ελληνική σταθερότητα πρέπει να στηρίζει αυτή τη συνεννόηση και να δίνει στη χώρα μεγαλύτερη διαπραγματευτική δύναμη στην ΕΕ. Η πιο χρήσιμη απάντηση της Αθήνας είναι να συνδέσει εγκαίρως τις ευρωπαϊκές της διεκδικήσεις με έναν χρηματοδοτημένο και κοινωνικά υπερασπίσιμο εθνικό σχεδιασμό.

    Σχετικά Άρθρα