Ποιοι θα πληρώσουν τη συμφωνία Τραμπ–Ε.Ε.; Ακρίβεια και χασούρα για τους Ευρωπαίους καταναλωτές

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Σε μια κρίσιμη στιγμή για τις παγκόσμιες οικονομικές ισορροπίες, Ηνωμένες Πολιτείες και Ευρωπαϊκή Ένωση κατάφεραν να καταλήξουν σε εμπορική συμφωνία που αποτρέπει την έκρηξη ενός ευρείας κλίμακας εμπορικού πολέμου μεταξύ των δύο μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου. Παρά το γεγονός ότι η συμφωνία εξασφαλίζει προσωρινή σταθερότητα, δεν αφήνει περιθώρια για διθυράμβους, καθώς φέρει σημαντικούς συμβιβασμούς για την ευρωπαϊκή πλευρά.

Η νέα ρύθμιση προβλέπει βασικό δασμό ύψους 15 τοις εκατό στις περισσότερες ευρωπαϊκές εξαγωγές προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, ποσοστό αυξημένο σε σχέση με τον προηγούμενο δασμό του 10 τοις εκατό που ίσχυε τον Απρίλιο και πολλαπλάσιο σε σχέση με τον μέσο όρο του 1,2 τοις εκατό πριν από την προεδρική θητεία του Τραμπ.

Όπως μετέδωσε το CNN, οι συνομιλίες μεταξύ των δύο πλευρών κινήθηκαν σε οριακό σημείο στα τέλη Μαΐου. Τότε ο Ντόναλντ Τραμπ, εμφανώς ενοχλημένος από την καθυστέρηση στην πρόοδο των διαπραγματεύσεων, ανακοίνωσε την πρόθεσή του να επιβάλει μονομερώς δασμούς ύψους 50 τοις εκατό. Με τη φράση “δεν με ενδιαφέρει συμφωνία”, έστειλε σαφές μήνυμα στις Βρυξέλλες, προκαλώντας έντονο προβληματισμό.

Καταλυτικό ρόλο στη μεταστροφή των εξελίξεων είχε η απευθείας επικοινωνία της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, με τον Αμερικανό Πρόεδρο. Οι καλές προσωπικές τους σχέσεις επέτρεψαν την αναθέρμανση των διαπραγματεύσεων, καθώς η πρόεδρος της Κομισιόν διαβεβαίωσε πως η ΕΕ είναι έτοιμη να αντιδράσει αποφασιστικά.

Παρά την πίεση του χρόνου και τη διορία της 9ης Ιουλίου, οριστική συμφωνία δεν επετεύχθη άμεσα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αποφάσισαν να αναβάλουν την ενεργοποίηση των ανταποδοτικών δασμών για την 1η Αυγούστου. Η τελική συμφωνία επισφραγίστηκε μόλις λίγες ημέρες πριν από τη λήξη της προθεσμίας, κατά τη συνάντηση του Τραμπ με τη φον ντερ Λάιεν στη Σκωτία.

Ο Τραμπ χαρακτήρισε το αποτέλεσμα ως “καλή συμφωνία”, ενώ η φον ντερ Λάιεν υπογράμμισε ότι πρόκειται για συμφωνία που προσφέρει σταθερότητα και προβλεψιμότητα εν μέσω αβέβαιων καιρών. Τόνισε ακόμη πως αφορά εμπορικές συναλλαγές συνολικής αξίας 1,6 τρισεκατομμυρίων ευρώ και λειτουργεί ως δεύτερο θεμέλιο ενίσχυσης των διατλαντικών σχέσεων μετά τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ.

Η είδηση έγινε δεκτή με συγκρατημένη αισιοδοξία από τις αγορές. Τα προθεσμιακά συμβόλαια του Dow Jones σημείωσαν άνοδο κατά 150 μονάδες, ενώ θετικές μεταβολές καταγράφηκαν και στους δείκτες S&P 500 και Nasdaq.

Ένας δύσκολος συμβιβασμός για την Ευρώπη

Πίσω από την αποτροπή μιας μετωπικής σύγκρουσης κρύβεται ένας δύσκολος ευρωπαϊκός συμβιβασμός. Το Atlantic Council επισημαίνει ότι αν και αποφεύχθηκε ένα καταστροφικό εμπορικό ρήγμα, η εξέλιξη δεν συνιστά στρατηγική νίκη για την Ευρώπη.

Σύμφωνα με τη φον ντερ Λάιεν, η συμφωνία περιλαμβάνει ενιαίο δασμό 15 τοις εκατό για το μεγαλύτερο μέρος των ευρωπαϊκών εξαγωγών, αλλά διατηρεί μηδενικούς δασμούς για προϊόντα στρατηγικής σημασίας όπως αεροσκάφη, μικροεπεξεργαστές, γενόσημα φάρμακα και κρίσιμες πρώτες ύλες. Στον ενεργειακό τομέα, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεσμεύεται για εισαγωγές αμερικανικού LNG, πετρελαίου και πυρηνικών καυσίμων αξίας 750 δισεκατομμυρίων δολαρίων, στο πλαίσιο της ενεργειακής διαφοροποίησης και της απεξάρτησης από τη ρωσική αγορά.

Κλάδοι που ωφελούνται από το μηδενικό καθεστώς, όπως οι αερομεταφορές, υποδέχθηκαν θετικά τη συμφωνία. Όμως για άλλες κατηγορίες προϊόντων, η αύξηση του κόστους είναι αισθητή. Ο επικεφαλής οικονομολόγος της RSM, Joe Brusuelas, προειδοποιεί ότι οι ευρωπαϊκές εισαγωγές θα καταστούν σημαντικά ακριβότερες για τον Αμερικανό καταναλωτή.

Το μεγάλο πλήγμα στην αυτοκινητοβιομηχανία

Ιδιαίτερα επηρεασμένη εμφανίζεται η ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία. Τα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα υπόκεινται πλέον σε δασμούς 15 τοις εκατό. Ο καγκελάριος της Γερμανίας, Φρίντριχ Μερτς, σημείωσε ότι αποφεύχθηκε μια κρίση που θα έβλαπτε σοβαρά τις εξαγωγές της γερμανικής οικονομίας. Ανέφερε ότι οι δασμοί στα οχήματα μειώνονται από 27,5 σε 15 τοις εκατό και υπογράμμισε τη σημασία της σταθερότητας στις διεθνείς εμπορικές σχέσεις.

Ο ίδιος επαίνεσε τις προσπάθειες των διαπραγματευτών και τόνισε πως η Ευρώπη πρέπει να συνεχίσει να επιδιώκει ανοιχτό και δίκαιο εμπόριο μέσα από συμφωνίες με περιφερειακές ενώσεις όπως η Mercosur.

Η ιταλική κυβέρνηση, μέσω κοινής ανακοίνωσης της Τζόρτζια Μελόνι και των αντιπροέδρων Ματέο Σαλβίνι και Αντόνιο Ταγιάνι, εξέφρασε ικανοποίηση για την αποφυγή μιας σύγκρουσης που θα είχε σοβαρές συνέπειες. Η Ρώμη θεωρεί το επίπεδο του δασμού αποδεκτό, με την προϋπόθεση ότι δεν σωρεύεται σε προϋπάρχουσες επιβαρύνσεις. Παράλληλα, ζητά από την Ευρωπαϊκή Ένωση να εγκρίνει μέτρα στήριξης για τους πιο ευάλωτους τομείς.

Από την πλευρά της, η Ένωση Εξαγωγέων της Γερμανίας BGA περιγράφει τη συμφωνία ως υπαρξιακή απειλή για πολλές επιχειρήσεις. Ο πρόεδρος της BGA, Ντιρκ Γιαντούρα, κάλεσε την Ευρώπη να χαράξει νέα εμπορική στρατηγική και να συνάψει ισχυρές συμμαχίες με μεγάλες οικονομίες.

Το δύσκολο επόμενο βήμα

Παρά την αποφυγή της σύγκρουσης, το πιο απαιτητικό στάδιο βρίσκεται μπροστά. Η εξειδίκευση των όρων της συμφωνίας και η πολιτική διαχείρισή της, τόσο από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και από την αμερικανική διοίκηση, θα κρίνουν το αν αυτή η προσωρινή ισορροπία μπορεί να εξελιχθεί σε σταθερή βάση διατλαντικής συνεργασίας.