Πετρέλαιο: Μειώνονται τα αποθέματα, εκτινάσσονται οι τιμές.

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Η παγκόσμια αγορά πετρελαίου δεν έχει να αντιμετωπίσει μόνο τις χαμένες ποσότητες από τον πόλεμο με το Ιράν και τις διαταραχές στη μεταφορά του μαύρου χρυσού μέσα από τα Στενά του Ορμούζ. Αντιμετωπίζει κάτι δυνητικά πιο επικίνδυνο: την εξάντληση των αποθεμάτων που λειτουργούν ως ασφαλιστική δικλείδα σε περιόδους κρίσης. Και όταν το ενεργειακό σύστημα χάνει τα περιθώρια ασφαλείας του, ακόμη και μια νέα, σχετικά περιορισμένη διακοπή της προσφοράς μπορεί να προκαλέσει δυσανάλογα μεγάλες ανατιμήσεις.

Και όταν ο επικεφαλής της Aramco, Amin Nasser, περιγράφει μια αγορά που έχει ήδη καταναλώσει μεγάλο μέρος των διαθέσιμων εφεδρειών της και προειδοποιεί αφενός ότι η κατάσταση είναι πλέον εξαιρετικά εύθραυστη και αφετέρου ότι η αναπλήρωση των αποθεμάτων μπορεί να απαιτήσει δύο χρόνια, τα πράγματα είναι δύσκολα. Διότι η απώλεια της εφεδρείας αλλάζει τους όρους λειτουργίας της αγοράς και αυξάνει τον κίνδυνο ενός νέου πληθωριστικού σοκ.

Στην αρχή της κρίσης, τα παγκόσμια αποθέματα πετρελαίου ανέρχονταν σε περίπου 10 δισ. βαρέλια. Σήμερα, τα εμπορεύσιμα αποθέματα έχουν υποχωρήσει κάτω από τα 6 δισ. βαρέλια, ενώ ένα μικρό μόνο μέρος τους είναι πραγματικά διαθέσιμο για να καλύψει άμεσα μια νέα διαταραχή. Ο Nasser χαρακτήρισε τα περιθώρια ασφαλείας «τρομακτικά περιορισμένα», χρησιμοποιώντας χαρακτηριστικά την έκφραση «scarily thin».

Περισσότερα από 1 δισ. βαρέλια έχουν ήδη αντληθεί από τα αποθέματα, κυρίως από εμπορικές εγκαταστάσεις στην ξηρά. Παράλληλα, σύμφωνα με την Aramco, ο πόλεμος με το Ιράν έχει αφαιρέσει από την παγκόσμια αγορά περίπου 3 δισ. βαρέλια. Οι σοβαρές ζημιές στις υποδομές διύλισης στη Μέση Ανατολή έχουν περιορίσει δραστικά την παραγωγή τελικών καυσίμων, με αποτέλεσμα οι τιμές των διυλισμένων προϊόντων όπως για παράδειγμα του ντίζελ να αυξάνονται με πολύ ταχύτερους ρυθμούς από ό,τι η τιμή του ίδιου του αργού.

Το μέγεθος της απώλειας αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν αναλογιστεί κανείς ότι η παγκόσμια κατανάλωση πετρελαίου κινείται περίπου στα 102 εκατ. βαρέλια ημερησίως. Τα αποθέματα δεν αποτελούν απλώς μια ποσότητα αποθηκευμένου αργού. Είναι ο μηχανισμός που επιτρέπει στην αγορά να απορροφά σαν αμορτισέρ τις διαταραχές χωρίς κάθε γεωπολιτικό επεισόδιο να μετατρέπεται σε ενεργειακό σοκ. Επομένως, η εξάντληση αυτού του μηχανισμού καθιστά την αγορά περισσότερο ευάλωτη και ενισχύει τις ανοδικές πιέσεις στις τιμές.

Ακόμη και αν αποκατασταθεί πλήρως η ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, η επιστροφή στην κανονικότητα δεν θα είναι αυτόματη. Η Aramco εκτιμά ότι θα μπορούσε να χρειαστεί επιπλέον προσφορά περίπου 2 εκατ. βαρελιών ημερησίως επί 18 μήνες για την αναπλήρωση των αποθεμάτων. Η συνολική διαδικασία ενδέχεται να διαρκέσει έως δύο χρόνια μετά την πλήρη επαναλειτουργία του Ορμούζ.

Με άλλα λόγια, η επανεκκίνηση των ροών δεν ισοδυναμεί με αποκατάσταση της ενεργειακής ασφάλειας. Πρώτα πρέπει να καλυφθεί η τρέχουσα ζήτηση και στη συνέχεια να δημιουργηθούν ξανά τα αποθέματα που επιτρέπουν στην αγορά να αντέχει νέες αναταράξεις στην εφοδιαστική αλυσίδα.

Η προειδοποίηση έχει ιδιαίτερη βαρύτητα για την Ευρώπη, τις ασιατικές οικονομίες και τις χώρες που εξαρτώνται από εισαγόμενη ενέργεια. Όσο μικρότερα είναι τα διαθέσιμα αποθέματα, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η σημασία κάθε επιπλέον φορτίου και τόσο περισσότερο επηρεάζονται οι τιμές από το κόστος μεταφοράς, την ασφάλιση και τη διαθεσιμότητα των δεξαμενοπλοίων.

Όμως το πρόβλημα δεν εντοπίζεται μόνο στο αργό πετρέλαιο, αλλά και στη διύλιση. Οι ζημιές σε ενεργειακές υποδομές της Μέσης Ανατολής περιορίζουν τη δυνατότητα παραγωγής καυσίμων, όπως το ντίζελ και τα αεροπορικά καύσιμα. Έτσι, οι τιμές των διυλισμένων προϊόντων μπορούν να αυξάνονται ταχύτερα από εκείνες του αργού πετρελαίου.

Αυτό είναι κρίσιμο για την πραγματική οικονομία. Το ντίζελ επηρεάζει τις μεταφορές, τη γεωργία, τη βιομηχανία και το κόστος διανομής προϊόντων. Τα αεροπορικά καύσιμα επιβαρύνουν τις αεροπορικές εταιρείες, ενώ το αυξημένο ενεργειακό κόστος μεταφέρεται σταδιακά στις τελικές τιμές.

Η ενεργειακή κρίση, επομένως, δεν περιορίζεται στις χρηματιστηριακές τιμές του πετρελαίου. Απειλεί να αναζωπυρώσει τον πληθωρισμό, να συμπιέσει τα περιθώρια κέρδους των επιχειρήσεων και να περιορίσει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.

Η Aramco μπορεί να παράγει και να «ρίξει» στο σύστημα έως 12 εκατ. βαρέλια ημερησίως, εφόσον χρειαστεί. Ωστόσο, η παραγωγική δυνατότητα δεν αρκεί, όταν τα προβλήματα εντοπίζονται ταυτόχρονα στις μεταφορές, στη διύλιση και στα διαθέσιμα αποθέματα.

Ο επικεφαλής της Chevron, Mike Wirth, προειδοποίησε ότι η απώλεια των αποθεματικών «μαξιλαριών» καθιστά την αγορά πιο εύθραυστη και ανεβάζει το κατώτατο επίπεδο των τιμών. Ο Russell Hardy, επικεφαλής της Vitol, επισήμανε ότι τα περιθώρια άντλησης πρόσθετων αποθεμάτων στη Δύση έχουν ουσιαστικά εξαντληθεί.

Επομένως, αντιλαμβανόμαστε ότι η αγορά πετρελαίου δεν χρειάζεται απαραίτητα μια νέα μεγάλη διακοπή για να βρεθεί αντιμέτωπη με νέες ανατιμήσεις. Αρκεί να παραμείνει χωρίς επαρκή αποθέματα ασφαλείας.

Και αυτό είναι το πραγματικό οικονομικό διακύβευμα. Σε μια παγκόσμια οικονομία που εξακολουθεί να εξαρτάται από τα ορυκτά καύσιμα, η ενεργειακή ασφάλεια δεν κρίνεται μόνο από το πόσο πετρέλαιο μπορεί να παραχθεί, αλλά και από το πόσο γρήγορα μπορεί να φθάσει εκεί όπου χρειάζεται. Η επόμενη κρίση μπορεί να αποδειχθεί ακριβότερη ακριβώς επειδή το σύστημα έχει ήδη ξοδέψει τις εφεδρείες του.”