Πανεπιστήμια δύο ταχυτήτων: κορδέλες στο Ελληνικό, σιωπή για τα δημόσια ΑΕΙ

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Τα εγκαίνια του UNIC Athens στο Ελληνικό, παρουσία του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκου Χριστοδουλίδη, παρουσιάστηκαν ως ακόμη ένα βήμα προς την «Ελλάδα της εξωστρέφειας». Στο κυβερνητικό αφήγημα, τα παραρτήματα ξένων πανεπιστημίων έρχονται να ανοίξουν δρόμους, να κρατήσουν φοιτητές στη χώρα, να φέρουν επενδύσεις, να συνδέσουν την εκπαίδευση με την αγορά εργασίας.

Το ίδιο ενημερωτικό σημείωμα του Πρωθυπουργού συνδέει ευθέως το θέμα με τα μη κρατικά πανεπιστήμια και την ανάγκη αναθεώρησης του άρθρου 16.

Ωραία όλα αυτά. Μόνο που πίσω από τις κορδέλες, τις ξεναγήσεις και τις φωτογραφίες στα καινούργια αμφιθέατρα, υπάρχει ένα ερώτημα που δεν χωράει εύκολα στο επικοινωνιακό κάδρο:
ποιος υποβάθμισε πρώτα τα ελληνικά δημόσια ΑΕΙ, ώστε τώρα να εμφανίζεται ως “σωτηρία” η ιδιωτική εναλλακτική;

Γιατί το πρόβλημα δεν είναι ότι ανοίγει ένα παράρτημα ξένου πανεπιστημίου. Το πρόβλημα είναι ότι η πολιτεία, αντί να υπερασπιστεί με συνέπεια το δημόσιο πανεπιστήμιο, το άφησε χρόνια να παλεύει με υποχρηματοδότηση, ελλείψεις προσωπικού, φθαρμένες υποδομές, διοικητική ασφυξία και μια διαρκή απαξίωση στον δημόσιο λόγο. Και αφού πρώτα το δημόσιο ΑΕΙ παρουσιάστηκε περίπου ως χώρος ανομίας, καθυστέρησης και ακινησίας, τώρα έρχεται η «λύση» με αίθουσες που γυαλίζουν, campus που υπόσχονται μέλλον και τίτλους σπουδών με διεθνή συσκευασία.

Το σχήμα είναι παλιό και γνώριμο:
υποβαθμίζεις το δημόσιο, το παρουσιάζεις ως αποτυχημένο και μετά πουλάς ως μεταρρύθμιση αυτό που στην πραγματικότητα είναι υποκατάσταση.

Αυτό που βλέπουμε δεν είναι απλώς εκπαιδευτική πολιτική. Είναι πολιτική σκηνοθεσία. Από τη μία, τα ελληνικά δημόσια ΑΕΙ καλούνται να λειτουργήσουν με μπαλώματα, με πανεπιστημιακούς που τρέχουν πίσω από χίλιες ανάγκες, με φοιτητές που στοιβάζονται σε αμφιθέατρα, με εργαστήρια που συχνά εξαρτώνται από προσωπικές υπερβάσεις. Από την άλλη, η κυβέρνηση εγκαινιάζει το νέο μοντέλο με όρους βιτρίνας: εγκαταστάσεις, επενδύσεις, διεθνή brand, σύνδεση με την αγορά.

Και κάπου εκεί, το μήνυμα γίνεται κυνικά καθαρό:
το δημόσιο πανεπιστήμιο πρέπει να απολογείται για τα προβλήματά του, ενώ το μη κρατικό πανεπιστήμιο χειροκροτείται πριν καν κριθεί στην πράξη.

Ο νόμος 5094/2024 άνοιξε το πλαίσιο λειτουργίας μη κερδοσκοπικών παραρτημάτων ξένων πανεπιστημίων στην Ελλάδα, με τίτλο μάλιστα που μιλά για «ενίσχυση του δημόσιου πανεπιστημίου».  Η ειρωνεία σχεδόν περισσεύει. Διότι όταν η «ενίσχυση» του δημόσιου πανεπιστημίου περνά επικοινωνιακά μέσα από την ανάδειξη των ανταγωνιστών του, τότε κάτι δεν πάει καλά με τις λέξεις ή με την πολιτική.

Η κυβέρνηση λέει ότι δεν θέλει να πλήξει τα δημόσια ΑΕΙ. Θέλει, λέει, να δημιουργήσει ανταγωνισμό, επιλογές, ποιότητα. Μόνο που ο ανταγωνισμός δεν είναι ουδέτερη λέξη όταν οι αφετηρίες είναι άνισες. Δεν μπορείς να βάζεις από τη μία πλευρά ένα δημόσιο πανεπιστήμιο με χρόνιες πληγές και από την άλλη ένα καινούργιο ιδιωτικά οργανωμένο campus και να μιλάς για «ίσο αγώνα». Αυτό δεν είναι μεταρρύθμιση. Είναι αγώνας δρόμου όπου ο ένας ξεκινά με δεμένα πόδια και ο άλλος με εταιρικό χορηγό.

Το πιο καυστικό όμως είναι άλλο: η Ελλάδα διαθέτει πανεπιστήμια με ισχυρό επιστημονικό αποτύπωμα, σχολές με διεθνή αναγνώριση, ερευνητές που διαπρέπουν, φοιτητές που πετυχαίνουν σε δύσκολα περιβάλλοντα. Αντί λοιπόν το κράτος να επενδύσει αποφασιστικά σε αυτό το κεφάλαιο, μοιάζει να του λέει: «κάνε λίγο πιο πέρα, ήρθε η αγορά να σε διορθώσει».

Και έτσι, η ανώτατη εκπαίδευση μετατρέπεται σιγά σιγά από κοινωνικό δικαίωμα σε προϊόν με προδιαγραφές, από δημόσια αποστολή σε επενδυτικό πεδίο, από χώρο κριτικής σκέψης σε εκπαιδευτικό real estate. Το Ελληνικό, άλλωστε, προσφέρει το τέλειο σκηνικό: εκεί όπου όλα πρέπει να δείχνουν καινούργια, καθαρά, διεθνή, αξιοποιημένα. Ακόμη και η παιδεία.

Δεν είναι τυχαίο ότι η συζήτηση επιστρέφει στο άρθρο 16. Το Σύνταγμα γίνεται για άλλη μια φορά το εμπόδιο που πρέπει να ξεπεραστεί, όχι η εγγύηση που πρέπει να προστατευθεί. Η κυβέρνηση μιλά για «θεσμικό ερωτηματικό». Όμως το πραγματικό ερωτηματικό είναι άλλο:
θέλουμε δημόσια πανεπιστήμια ισχυρά ή δημόσια πανεπιστήμια αρκετά κουρασμένα ώστε να φαίνονται αναπόφευκτα τα ιδιωτικά;

Γιατί αν η πολιτεία ήθελε πραγματικά να αναβαθμίσει την τριτοβάθμια εκπαίδευση, θα ξεκινούσε από τα αυτονόητα: σοβαρή χρηματοδότηση, μόνιμο διδακτικό και διοικητικό προσωπικό, σύγχρονες φοιτητικές εστίες, εργαστήρια, βιβλιοθήκες, αξιοπρεπείς υποδομές, στήριξη της έρευνας, λιγότερη γραφειοκρατία, περισσότερη ακαδημαϊκή ελευθερία. Δεν θα ξεκινούσε με πανηγυρικά εγκαίνια για το παράλληλο σύστημα.

Η χώρα δεν έχει ανάγκη από πανεπιστήμια-βιτρίνες για λίγους. Έχει ανάγκη από δημόσια ΑΕΙ που να μη λειτουργούν χάρη στο φιλότιμο όσων τα κρατούν όρθια. Έχει ανάγκη από πτυχία με αξία, όχι από τίτλους με εμπορική λάμψη. Έχει ανάγκη από φοιτητές που σπουδάζουν επειδή μπορούν και αξίζουν, όχι επειδή αντέχουν οικονομικά.

Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι αν ένα ξένο πανεπιστήμιο μπορεί να ανοίξει παράρτημα στην Αθήνα. Το ζήτημα είναι γιατί η ίδια χώρα που βρίσκει πολιτικό ενθουσιασμό για τα εγκαίνια ενός μη κρατικού ΑΕΙ, δεν βρίσκει την ίδια ένταση, την ίδια επιμονή και την ίδια φροντίδα για τα ελληνικά δημόσια πανεπιστήμια.

Αν το μέλλον της εκπαίδευσης χτίζεται μόνο εκεί όπου υπάρχουν επενδυτικά σχέδια, τότε δεν μιλάμε πια για παιδεία. Μιλάμε για αγορά με αμφιθέατρα.

Και αν η πολιτεία χειροκροτεί τα καινούργια campus την ώρα που αφήνει τα δημόσια ΑΕΙ να φθείρονται, τότε το πρόβλημα δεν είναι η «καθυστέρηση» της κοινωνίας.
Το πρόβλημα είναι μια πολιτική που πρώτα τραβά το χαλί από το δημόσιο πανεπιστήμιο και μετά το κατηγορεί επειδή σκόνταψε.