ΟΤΑΝ Η «ΑΤΖΕΝΤΑ 2030» ΣΚΟΝΤΑΦΤΕΙ ΣΤΗ ΛΑΜΙΑ: ΤΟ ΣΟΟΥ ΔΕΝΔΙΑ

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

 

Η επίσκεψη του Υπουργού Εθνικής Άμυνας Νίκου Δένδια στο Κέντρο Εκπαίδευσης Υλικού Πολέμου στη Λαμία προοριζόταν να αποτελέσει ακόμη έναν σταθμό στην επικοινωνιακή προβολή της λεγόμενης «Ατζέντας 2030», ενός σχεδίου που παρουσιάζεται ως η μεγάλη μεταρρύθμιση των Ενόπλων Δυνάμεων και ως η απάντηση σε χρόνιες παθογένειες που ταλαιπωρούν το στράτευμα εδώ και δεκαετίες. Η εικόνα που επιχείρησε να εκπέμψει το Υπουργείο ήταν αυτή μιας νέας εποχής, με νέους ανθρώπους, νέες δυνατότητες και νέες προοπτικές. Μόνο που, όπως συμβαίνει συχνά όταν η επικοινωνία προηγείται της πραγματικότητας, η πραγματικότητα έκανε ξανά την εμφάνισή της και χάλασε το σκηνικό.

Παρακολουθώντας τις εικόνες από τη Λαμία, δύσκολα μπορούσε κανείς να μην θυμηθεί τον γνωστό στίχο «Απ’ το παράθυρό μου στέλνω ένα και δύο και τρία και τέσσερα παιδιά». Μόνο που αυτή τη φορά το ζήτημα δεν ήταν πόσα παιδιά έφευγαν για να υπηρετήσουν την πατρίδα, αλλά πόσα ήταν τελικά διατεθειμένα να ανταποκριθούν στο κάλεσμα ενός προγράμματος που η πολιτική ηγεσία παρουσίαζε επί μήνες ως ιστορική τομή. Και εκεί ακριβώς αρχίζουν τα δύσκολα ερωτήματα, γιατί πίσω από τα χαμόγελα, τις χειραψίες και τις πανηγυρικές δηλώσεις, υπήρχε μια πραγματικότητα που δεν μπορούσε να κρυφτεί όσο κι αν επιχειρούσαν κάποιοι να τη ντύσουν με ωραία λόγια.

Οι πληροφορίες που κυκλοφορούν για τον αριθμό των γυναικών που τελικά παρουσιάστηκαν μπορεί να προκαλούν αμηχανία σε όσους είχαν επενδύσει πολιτικά στην επιτυχία του εγχειρήματος, όμως αναδεικνύουν ένα πολύ βαθύτερο πρόβλημα. Γιατί όταν μια πρωτοβουλία προβάλλεται ως στρατηγική απάντηση στις ανάγκες των Ενόπλων Δυνάμεων και τελικά η ανταπόκριση αποδεικνύεται περιορισμένη, τότε δεν αρκεί να επικαλείσαι ότι πρόκειται για «πιλοτική εφαρμογή» ή για «δοκιμαστική φάση». Αυτές οι εξηγήσεις ακούγονται βολικές όταν τα αποτελέσματα δεν είναι τα αναμενόμενα. Αντιθέτως, αν οι συμμετοχές είχαν ξεπεράσει κάθε προσδοκία, είναι βέβαιο ότι σήμερα θα ακούγαμε για έναν θρίαμβο που επιβεβαιώνει τον σχεδιασμό του Υπουργείου και όχι για ένα πρόγραμμα που βρίσκεται ακόμη σε στάδιο δοκιμών.

Το πρόβλημα, όμως, δεν βρίσκεται μόνο στους αριθμούς. Βρίσκεται κυρίως στο γεγονός ότι η πολιτική ηγεσία φαίνεται να υποτιμά τα πραγματικά διλήμματα που αντιμετωπίζουν οι νέοι άνθρωποι της χώρας. Γιατί η σημερινή νεολαία δεν αποφασίζει με βάση τα συνθήματα ούτε συγκινείται από τις επικοινωνιακές καμπάνιες. Ζει σε μια εποχή αβεβαιότητας, χαμηλών μισθών, ακριβής στέγης και περιορισμένων προοπτικών. Καλείται καθημερινά να πάρει αποφάσεις που θα καθορίσουν τη ζωή της και αναζητά διεξόδους που της προσφέρουν ασφάλεια και προοπτική. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η εθελοντική θητεία δεν αρκεί να παρουσιάζεται ως «ευκαιρία». Πρέπει να πείθει ότι αποτελεί πραγματική επιλογή ζωής.

Και ίσως εκεί να βρίσκεται το μεγαλύτερο πρόβλημα για όσους σχεδίασαν αυτή την πρωτοβουλία. Επειδή οι νέοι άνθρωποι, αντί να βλέπουν μπροστά τους έναν δρόμο που τους εμπνέει να ακολουθήσουν, μοιάζουν όλο και περισσότερο να λένε αυτό που περιγράφει ένας άλλος γνωστός στίχος: «Κλείνω τα μάτια και σαλπάρω κι ούτε που ξέρω πού θα βγω». Μόνο που το ταξίδι αυτό δεν έχει προορισμό το στρατόπεδο. Έχει προορισμό το εξωτερικό, την ιδιωτική αγορά εργασίας ή οποιαδήποτε άλλη επιλογή θεωρούν ότι μπορεί να τους προσφέρει περισσότερες ευκαιρίες από όσες βλέπουν σήμερα μπροστά τους.

Γι’ αυτό και η Λαμία, αντί να εξελιχθεί σε μια πανηγυρική αφετηρία της «Ατζέντας 2030», κατέληξε να λειτουργεί ως ένας καθρέφτης που αντανακλά τις αδυναμίες της. Όχι επειδή απέτυχε ένα επικοινωνιακό γεγονός, αλλά επειδή αποκαλύφθηκε πόσο δύσκολο είναι να μετατρέψεις ένα πολιτικό σύνθημα σε κοινωνική πραγματικότητα. Οι Ένοπλες Δυνάμεις δεν χρειάζονται επικοινωνιακές φιέστες, ούτε προσεκτικά σκηνοθετημένες εικόνες για τα δελτία ειδήσεων. Χρειάζονται ανθρώπους που να πιστεύουν ότι αξίζει να ενταχθούν σε αυτές, ανθρώπους που να βλέπουν μέλλον, προοπτική και ουσιαστικό κίνητρο.

Και όσο η συζήτηση παραμένει εγκλωβισμένη στις φωτογραφίες, στα συνθήματα και στις θριαμβολογίες, τόσο η πραγματικότητα θα επιστρέφει για να υπενθυμίζει κάτι πολύ απλό: ότι καμία «Ατζέντα 2030» δεν μπορεί να πετύχει όταν δυσκολεύεται να πείσει τους ίδιους τους ανθρώπους στους οποίους απευθύνεται.