Ο Τραμπ ανοίγει τον δρόμο για επενδύσεις στη Βενεζουέλα μετά τη σύλληψη Μαδούρο

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Λίγες ημέρες μετά την αμερικανική επιχείρηση στο Καράκας που κατέληξε στη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ συγκάλεσε στον Λευκό Οίκο συνάντηση με κορυφαία στελέχη της διεθνούς πετρελαϊκής βιομηχανίας. Στόχος του ήταν να τους καλέσει να εκμεταλλευτούν τη νέα κατάσταση και να επενδύσουν στα τεράστια ενεργειακά αποθέματα της Βενεζουέλας, διαβεβαιώνοντας ότι οι τοποθετήσεις τους θα είναι «απολύτως ασφαλείς».

Στο τραπέζι βρέθηκαν εκπρόσωποι αμερικανικών ενεργειακών κολοσσών, αλλά και ευρωπαϊκών εταιρειών όπως η ιταλική Eni και η ισπανική Repsol. Ο Τραμπ υποστήριξε ότι υπάρχει ενδιαφέρον για επενδύσεις που θα μπορούσαν να φτάσουν τα 100 δισεκατομμύρια δολάρια, εφόσον δημιουργηθεί το κατάλληλο πλαίσιο.

Ο Αμερικανός πρόεδρος εμφανίστηκε καθησυχαστικός, τονίζοντας πως οι εταιρείες δεν θα αντιμετωπίσουν κινδύνους. Ωστόσο, απέφυγε να παρουσιάσει συγκεκριμένες εγγυήσεις, ενώ ξεκαθάρισε ότι δεν σκοπεύει να αναπτύξει αμερικανικά στρατεύματα για τη φύλαξη των εγκαταστάσεων. Παράλληλα, άφησε σαφές ότι ο έλεγχος των κοιτασμάτων θα βρίσκεται αποκλειστικά στα χέρια της Ουάσινγκτον. «Θα συνδιαλέγεστε μαζί μας, όχι με τη Βενεζουέλα», είπε χαρακτηριστικά.

Η στάση αυτή δεν έπεισε όλους. Ο διευθύνων σύμβουλος της ExxonMobil, Ντάρεν Γουντς, υπενθύμισε ότι η εταιρεία του έχει δει τα περιουσιακά της στοιχεία να κατάσχονται δύο φορές στο παρελθόν. Όπως δήλωσε, για να επιστρέψει ξανά στη χώρα θα απαιτούνταν ριζικές αλλαγές, καθώς υπό τις σημερινές συνθήκες κάτι τέτοιο θεωρείται αδύνατο.

Αντίθετα, πιο θετικό τόνο κράτησε η Chevron, η οποία εξακολουθεί να διαθέτει άδεια δραστηριοποίησης στη Βενεζουέλα. Ο αντιπρόεδρός της, Μαρκ Νέλσον, σημείωσε ότι η εταιρεία είναι πρόθυμη να συμβάλει στη δημιουργία ενός «καλύτερου μέλλοντος» για τη χώρα.

Η ιστορία των σχέσεων με τις πετρελαϊκές, ωστόσο, είναι σύνθετη. Το 2007, τόσο η ExxonMobil όσο και η ConocoPhillips αποχώρησαν από τη Βενεζουέλα, αντιδρώντας στις εθνικοποιήσεις που προώθησε ο Ούγκο Τσάβες. Σήμερα, η ConocoPhillips δηλώνει πως παρακολουθεί τις εξελίξεις, μιλώντας για μια πιθανή «ετοιμότητα» της χώρας να δεχθεί νέες επενδύσεις.

Παρά τον πλούτο της, η Βενεζουέλα αντιμετωπίζει σοβαρά εμπόδια. Σύμφωνα με τον ΟΠΕΚ, διαθέτει τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο, άνω των 300 δισ. βαρελιών. Ωστόσο, η παραγωγή παραμένει καθηλωμένη, κοντά στο 1 εκατ. βαρέλια ημερησίως, λόγω έλλειψης επενδύσεων και των αμερικανικών κυρώσεων. Η αναβάθμιση των υποδομών εκτιμάται ότι θα απαιτήσει δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ η πολιτική αβεβαιότητα συνεχίζει να προβληματίζει.

Την ίδια στιγμή, η Ουάσινγκτον αποκλείει το ενδεχόμενο διεξαγωγής εκλογών και επιλέγει να συνομιλεί με την προσωρινή πρόεδρο Ντέλσι Ροδρίγκες, δηλώνοντας πως σκοπεύει να έχει καθοριστικό ρόλο στις πολιτικές αποφάσεις της χώρας.

Όλα αυτά διαμορφώνουν ένα νέο, ιδιαίτερα αμφιλεγόμενο σκηνικό για το μέλλον της Βενεζουέλας, όπου ο ενεργειακός της πλούτος μετατρέπεται σε βασικό εργαλείο της γεωπολιτικής στρατηγικής των ΗΠΑ.