Δευτέρα , 1 Μαρτίου 2021

O Eρντογάν ξηλώνει το πουλόβερ της Ευρώπης-Μετά το Βερολίνο από το οποίο ήταν απούσα η χώρα μας η συνάντηση των 3 στη Τουρκία οφείλει διαβασθεί και να αναλυθεί σωστά από την ελληνική κυβέρνηση…

Τούρκος πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν την ερχόμενη Τρίτη θα υποδεχθεί εκτός (Coronavirus) απροόπτου στην Άγκυρα τους Μέρκελ και Μακρόν να συζητήσουν το προσφυγικό. Με αυτή του την κίνηση απαξιώνει προκλητικά την Ε.Ε. στο σύνολό της ως συνομιλητή του και επιλέγει να διαλέγεται με τις δύο ηγέτιδες δυνάμεις, την Γαλλία και τη Γερμανία.

Aπονομιμοποιεί τα υπόλοιπα κράτη-μέλη και κυρίως την Ελλάδα και τη Κύπρο. Ο Ερντογάν από το 2004 κιόλας, πολύ μεθοδικά, επένδυσε στην στρατιωτική ισχύ της Τουρκίας, αποκτώντας παράλληλα και πολεμική βιομηχανία. Πίστευε ότι η στρατιωτική ισχύ του εξασφαλίζει και αντίστοιχη πολιτική ισχύ. Μετά το Βερολίνο από το οποίο ήταν απούσα η χώρα μας η συνάντηση των 3 στη Τουρκία οφείλει διαβασθεί και να αναλυθεί σωστά από την ελληνική  κυβέρνηση.

Στο κείμενο που ακολουθεί ο Βαγγέλης Χωραφάς και ο Στέλιος Αλειφαντής αναλύουν τις ελληνοτουρκιές σχέσεις όπως αυτές διαμορφώνονται από τη διαρκή επιθετικότητα της γείτονος. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στον ιστότοπο geoeurope.org.

Η πολιτική των εντάσεων που ακολουθεί συστηματικά η Τουρκία για την επίτευξη των στόχων της αντιμετωπίζεται από την Ελλάδα στο πλαίσιο μιας πολιτικής αντιδράσεων απέναντι στις συγκεκριμένες προκλήσεις.

Φυσικά, οι συγκεκριμένες διεκδικήσεις που κρύβονται πίσω από τις τουρκικές προκλήσεις είναι εμφανείς, όπως άλλωστε και η γενικότερη στρατηγική επιλογή της Άγκυρας, που είναι η ανατροπή του status quo στο Αιγαίο, όπως αυτό καλύπτεται από τις διεθνείς συνθήκες και το διεθνές δίκαιο.

Τόσο η διάγνωση της γενικής στρατηγικής επιδίωξης όσο και η διπλωματική και επιχειρησιακή ανάσχεση των επιμέρους τουρκικών προκλήσεων της εκάστοτε συγκυρίας θα εξακολουθήσει να είναι ατελέσφορη για δύο συγκεκριμένους λόγους.

Ο πρώτος αφορά την ουσιαστική διάκριση ανάμεσα στη διαχείριση των εντάσεων και στη διαχείριση των κρίσεων. Ο δεύτερος έχει σχέση με τη διακρίβωση του ρόλου της πρόκλησης εντάσεων ως εκδήλωσης συγκεκριμένης και οροθετημένης πολιτικής στρατηγικής.

Επομένως απουσιάζει από τους ελληνικούς προβληματισμούς ένας ενδιάμεσος «χώρος σχεδίασης και δράσης» ανάμεσα στο ευρύτερο στρατηγικό επίπεδο και στην τακτική αντιμετώπιση της συγκυρίας. Σε αυτόν τον ενδιάμεσο χώρο αναφοράς η πρόκληση εντάσεων δεν είναι η υιοθέτηση μιας διαρκούς πρακτικής για την προώθηση του στρατηγικού στόχου της ανατροπής του status quo στο Αιγαίο ούτε ασύνδετες προκλήσεις για τη διατήρηση της πίεσης στην Ελλάδα και της εκπλήρωσης των κάθε φορά επιμέρους διπλωματικών στόχων της Άγκυρας.

Η πρόκληση εντάσεων, τα ποσοτικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά τους, συνδέονται με την προσπάθεια υλοποίησης συγκεκριμένης και οροθετημένης πολιτικής στρατηγικής, που επιμερίζεται σε διακριτές επιδιώξεις και έχει εύρος χρόνου.

Χωρίς να διακρίνουμε τη διαχείριση των εντάσεων και τη διαχείριση των κρίσεων, είναι εξαιρετικά δύσκολο να εστιάσουμε στη διαμόρφωση σταθεροποιητικών πολιτικών στα πλαίσια των διμερών σχέσεων με τη Τουρκία.

Αν δεν ενταχθεί η πρόκληση εντάσεων στην εκάστοτε πολιτική στρατηγική της άλλης πλευράς, το αποτέλεσμα θα είναι η ανακολουθία επιδιώξεων και μέσων στην αντιμετώπιση των προκλήσεων, που θα οδηγεί είτε σε ανοχή και ενθάρρυνση των προκλήσεων είτε σε ατελέσφορες και επικίνδυνες κλιμακώσεις.

Επομένως, το θεμελιώδες ζητούμενο είναι εάν πολιτική στρατηγική της άλλης πλευράς έχει μεταβληθεί, εάν έχει αποκτήσει νέα χαρακτηριστικά τόσο στην διάσταση συγκεκριμένων επιδιώξεων όσο και συγκεκριμένων προκλήσεων που τις εκφράζουν.

Μια τέτοια εξέλιξη θέτει ευθέως το ερώτημα εάν η ελληνική πολιτική στρατηγική έχει υπερκεραστεί από την αντίστοιχη τουρκική.

Η αναγωγή της πολιτικής στρατηγικής, είτε στους διπλωματικούς ή στρατιωτικούς τακτικισμούς είτε στις γενικότητες στρατηγικού επεκτατισμού(όπως εμφανίζονται το τελευταίο διάστημα σε εκτιμήσεις που ανάγουν τα πάντα στη μεγαλομανία και τον επεκτατισμό του Ερντογάν), δημιουργεί περισσότερη σύγχυση στην αντιμετώπιση των προκλήσεων.

Παράλληλα, η ατελέσφορη διαχείριση των προκλήσεων και πολύ περισσότερο η διεύρυνση των ποιοτικών χαρακτηριστικών των εντάσεων, η πρόκληση ελεγχόμενων κρίσεων και η τυχόν διπλωματική ενίσχυση των διεκδικήσεων της άλλης πλευράς έχει ως αποτέλεσμα η σύγχυση να δημιουργείται σε ορισμένους πολιτικούς κύκλους σχετικά με το περιεχόμενο της ελληνικής εθνικής στρατηγικής. Η διαχείριση των εντάσεων απαιτεί ψυχραιμία και μετριοπάθεια, βασίζεται όμως σε νηφαλιότητα και επεξεργασμένες αντιλήψεις, που κατανοούν σε βάθος τις προκλήσεις της συγκυρίας και τη συνδέουν με την εκάστοτε πολιτική στρατηγική και τους ευρύτερους στρατηγικούς στόχους της άλλης πλευράς για την ανατροπή του status quo στο Αιγαίο και τη δημιουργία τετελεσμένων στην Ανατολική Μεσόγειο.

ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΘΕΡΜΟΥ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟΥ

Η έξαρση των τουρκικών προκλήσεων στο Αιγαίο ενέχει πλέον τον σοβαρό κίνδυνο διολίσθησης σε «επεισόδια» που δύναται να επιδεινώσουν τις σχέσεις Ελλάδος-Τουρκίας. Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις στον τομέα της εθνικής ασφάλειας βρίσκονται αρκετά χρόνια τώρα σε οριακό επίπεδο και ο μοναδικός λόγος που δεν έχουν διολισθήσει σε «συγκρουσιακές καταστάσεις» είναι η αυτοσυγκράτηση που συστηματικά επιδεικνύει η ελληνική πλευρά σε διπλωματικό και επιχειρησιακό επίπεδο.

Η Αθήνα αποφεύγει συστηματικά να ανεβάσει τους τόνους στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και έχει επιδείξει μια πρακτική που αγγίζει τα όρια της «ανοχής» σε διπλωματικό και επιχειρησιακό επίπεδο.

Στο πρώτο επίπεδο, βεβαίως, το υπουργείο Εξωτερικών προβαίνει, κάθε φορά, σε διαφόρων τύπων διαβήματα προς την Άγκυρα και προς διεθνείς παράγοντες, υπογραμμίζοντας την ανησυχία της Ελλάδας για τις τουρκικές επιλογές. Αποφεύγει όμως συστηματικά να υπογραμμίσει διεθνώς αυτό για το οποίο υπάρχει καθολική συναίνεση κυβέρνησης και αντιπολίτευσης, ότι δηλαδή υφίσταται τουρκική στρατιωτική απειλή κατά της εδαφικής ακεραιότητας της Ελλάδας και σοβαρός κίνδυνος διεθνούς κρίσης λόγω των τουρκικών στρατιωτικών προκλήσεων.

Σε επιχειρησιακό επίπεδο, επίσης, η αυτοσυγκράτηση περιορίζεται στην ανάσχεση μόνο των εξαιρετικά προκλητικών ενεργειών, η οποία –για παράδειγμα– εκφράζεται με την υιοθέτηση μιας πρακτικής των λεγομένων «επιλεκτικών αναχαιτίσεων» στις περιπτώσεις παραβιάσεων του εθνικού εναέριου χώρου και παραβάσεων του FIR Αθηνών.

Οι ελληνικές αντιδράσεις στις τελευταίες εξάρσεις των τουρκικών προκλήσεων θα πρέπει να έχουν προβληματίσει έντονα την Αθήνα για το κατά πόσο παραγωγικοί αποδεικνύονται οι μέχρι σήμερα χειρισμοί απέναντι στη συστηματική τουρκική πρακτική στο Αιγαίο.

Η διπλωματική γλώσσα που χρησιμοποιείται στο όνομα της μη όξυνσης του διμερούς πολιτικού κλίματος ενδέχεται διεθνώς να υποβαθμίζει τον αποσταθεροποιητικό ρόλο -σε βάρος της ελληνικής ασφάλειας- των τουρκικών ενεργειών σε μια «συνήθη» αλλά πάντως ελεγχόμενη κατάσταση με «τεχνικά» κατά βάση χαρακτηριστικά ρουτίνας.

Παράλληλα, οι επιχειρησιακές επιλογές ενδεχομένως να συνδράμουν στην «παγίωση» μιας απρόσκοπτης και χωρίς ρίσκο τουρκικής στρατιωτικής δραστηριότητας εμπεδώνοντας στην άλλη πλευρά φρόνημα αυτοπεποίθησης και «ελευθερίας κινήσεων», ακόμη και στο επίπεδο του ένστολου προσωπικού και δημιουργώντας την εντύπωση στους διεθνείς παράγοντες ότι η αποκλιμάκωση των εντάσεων στο Αιγαίο εξυπηρετείται πρωτίστως από την ελληνική αντίδραση, δηλαδή την υποχώρηση, παρά από τον περιορισμό και την άρση των στρατιωτικών προκλήσεων της άλλης πλευράς.

Οι προβληματισμοί αυτοί έχουν αναδείξει για άλλη μια φορά την ανάγκη μιας συνεκτικής, ευέλικτης και αποτελεσματικής στρατηγικής διαχείρισης των εντάσεων στην κατεύθυνση της διαφύλαξης της σταθερότητας της εθνικής ασφάλειας και των διμερών σχέσεων.

Από το 1999, οι επιλογές των κυβερνήσεων για «αυτοσυγκράτηση» στους χειρισμούς εδράζονταν στη θεώρηση ότι η πορεία των ευρωτουρκικών σχέσεων ως ενταξιακή διαδικασία θα είναι πολυσύνθετη και μακροπρόθεσμη.

Θεωρήθηκε όμως, ότι η διαδικασία αυτή είχε ως θεμελιακό χαρακτηριστικό το ότι μετασχηματίζει την τουρκική πραγματικότητα και επομένως ενισχύει τη βαθμιαία εγκατάλειψη των τουρκικών αναχρονιστικών εδαφικών διεκδικήσεων στο Αιγαίο υπέρ μιας γνήσιας εταιρικής σχέσης δύο μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η Αθήνα ποτέ δεν ανέμενε ότι η διαδικασία αυτή θα ήταν αυτόματη και ευθύγραμμη και ότι δεν θα διακρίνονταν από εμπόδια και πισωγυρίσματα.

Ωστόσο η Ελλάδα εύλογα περίμενε να υπάρχει μια ύφεση στις τουρκικές πρακτικές και μια ενίσχυση της συνεργασίας, έστω και στο επίπεδο των Μέτρων Μείωσης της Έντασης (ΜΜΕ) ή των Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης (ΜΟΕ). Στους τομείς αυτούς, το διμερές θεσμικό πλαίσιο για την υλοποίηση των δεσμεύσεων που είχαν αναλάβει οι δύο πλευρές βάζοντας την υπογραφή τους σε επίσημες συμφωνίες είτε για ΜΟΕ είτε για ΜΜΕ ενώ είχε αποκτήσει υπόσταση, ωστόσο η Άγκυρα συστηματικά δεν το εφάρμοσε ποτέ.

Αντίθετα, ιδιαίτερα μετά το 2004, στην Αθήνα άρχισε να εμπεδώνεται η εκτίμηση ότι η Άγκυρα αντιλαμβάνεται την ενταξιακή πορεία της επιλεκτικά. Επιχειρούσε συστηματικά να αποσυνδέσει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις από την πορεία των ευρωτουρκικών διαπραγματεύσεων.

Το ποια θα είναι η στρατηγική της Άγκυρας από δω και πέρα μπορείτε να το διαβάσετε ΕΔΩ

Διαβάστε την συνέχεια του άρθρου...
Shares