Πέμπτη , 2 Φεβρουαρίου 2023

Ο επανεξοπλισμός των ηττημένων του Β’ΠΠ

Japan proposes joint naval drill with Germany | Reuters

Κανένα ταμπού δεν είναι αιώνιο. Και το χαμηλό προφίλ που υποχρεώθηκαν να τηρούν ως προς τη στρατιωτική ισχύ εδώ και οκτώ δεκαετίες οι δύο μεγάλοι ηττημένοι του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ήτοι η Γερμανία και η Ιαπωνία, δείχνει να οδεύει προς το “χρονοντούλαπο της Ιστορίας”, εν μέσω της τρέχουσας γεωπολιτικής αναταραχής, η οποία αναιρεί τις σταθερές της μεταπολεμικής και μεταψυχροπολεμικής εποχής.


Το εξοπλιστικό πρόγραμμα των 200 δισ. ευρώ το οποίο εξήγγειλε ο Γερμανός καγκελάριος Όλαφ Σολτς αποτελεί σαφή δήλωση πρόθεσης για αλλαγή ιστορικής σελίδας – αν και πολλά μένουν ακόμη να απαντηθούν ως προς την υλοποίησή του. Ίσως, όμως, να αποτελεί ακόμα θεαματικότερη εξέλιξη η αντίστοιχη στροφή της Ιαπωνίας, η οποία έγινε γνωστή την προηγούμενη εβδομάδα.

Μέχρι τώρα η Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου τελούσε υπό τους περιορισμούς του Άρθρου 9 του μεταπολεμικού της Συντάγματος, το οποίο εκπονήθηκε σε συνθήκες αμερικανικής κατοχής και αποκήρυσσε τη χρήση βίας για την επίλυση διεθνών διαφορών. Η “πασιφιστική” συνταγματική τάξη της Ιαπωνίας συμβάδιζε με τη διατήρηση περιορισμένων “δυνάμεων αυτοάμυνας”, χωρίς εξουσιοδότηση για δράση εκτός συνόρων και επίσης με διατήρηση επί μακρόν των αμυντικών δαπανών του Προϋπολογισμού στο πενιχρό 1% του ΑΕΠ.

Όμως η κυβέρνηση του Φούμιο Κισίντα προτίθεται να διπλασιάσει το ποσοστό αυτό, ευθυγραμμίζοντάς το με τον στόχο του 2% που έχει τεθεί για τις χώρες του ΝΑΤΟ και φέρνοντας την Ιαπωνία στην τρίτη παγκοσμίως θέση από πλευράς αμυντικών δαπανών, μετά τις ΗΠΑ και την Κίνα. Και η αναθεώρηση, για πρώτη φορά έπειτα από περίπου μία δεκαετία, του δόγματος ασφαλείας της χώρας συμβαδίζει με αυτή τη νέα, περισσότερο αποφασιστική στάση.

Σύμφωνα με τις διαρροές στον Τύπο, το ιαπωνικό υπουργικό συμβούλιο ενέκρινε τρία αναθεωρημένα κείμενα: τη νέα Εθνική Στρατηγική Ασφαλείας, τις Κατευθυντήριες Γραμμές του Προγράμματος Εθνικής Άμυνας και το Μεσοπρόθεσμο Αμυντικό Πρόγραμμα. Οι αλλαγές είναι τόσο ποσοτικές όσο και ποιοτικές.

Τα αναθεωρημένα κείμενα κάνουν λόγο για το “πιο περίπλοκο περιβάλλον ασφαλείας” που έχει αντιμετωπίσει η χώρα μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και δεν διστάζουν να κατονομάσουν την Κίνα ως “τη μεγαλύτερη στην ιστορία στρατηγική πρόκληση για την ειρήνη και σταθερότητα της Ιαπωνίας” και ως “πηγή ανησυχίας” για όλη τη διεθνή κοινότητα, απαλείφοντας τις αναφορές προηγούμενων εκδοχών του εθνικού δόγματος στη διαμόρφωση αμοιβαία επωφελών σχέσεων με τον προς ανατολάς γείτονα.

Διεθνείς αντιδράσεις
Το Πεκίνο δεν παρέλειψε να σχολιάσει τη διαφορά, διά του εκπροσώπου του κινεζικού υπουργείου Εξωτερικών, Ουάν Ουενμπίν, ο οποίος κατηγόρησε το Τόκιο ότι “παραγνωρίζει τα γεγονότα, αποκλίνει από τις σινο-ιαπωνικές δεσμεύσεις ως προς τις διμερείς σχέσεις και δυσφημεί την Κίνα”. Κάλεσε δε την κυβέρνηση Κισίντα να “στοχασθεί τις πολιτικές της”.

Αντιστρόφως, ο πρεσβευτής των ΗΠΑ στο Τόκιο (και άλλοτε προσωπάρχης του Λευκού Οίκου) Ραμ Εμάνιουελ έκανε λόγο για “μνημειώδες ορόσημο” σε ό,τι αφορά τις ιαπωνο-αμερικανικές σχέσεις και την προσπάθεια να καταστεί “ελεύθερη και ανοιχτή η περιοχή Ινδικού-Ειρηνικού”. Η επιθυμία της Ουάσινγκτον να συγκροτήσει, προς ανάσχεση της Κίνας, μια “Τετράδα” συναποτελούμενη από την Ιαπωνία, την Αυστραλία και την (μάλλον επαμφοτερίζουσα) Ινδία είναι πολλαπλώς κατατεθειμένη.

Προφανώς, ο με αμερικανικές ευλογίες επανεξοπλισμός της Ιαπωνίας, όπως και της Γερμανίας, θα πρέπει να νοηθεί και στο πλαίσιο της νεοψυχροπολεμικής αντιπαράθεσης με τη Ρωσία – αν και το Τόκιο, ακριβώς επειδή έχει ως προτεραιότητά του την κατά πολύ ισχυρότερη Κίνα, κρατά για λόγους εξισορρόπησης ανοιχτούς διαύλους με τη Μόσχα, όπως έδειξε η παραμονή ιαπωνικών εταιρειών στο σχήμα εκμετάλλευσης του κοιτάσματος φυσικού αερίου Sakhalin-2 καθώς και η δηλωμένη ετοιμότητα επανάληψης των συνομιλιών για τις Κουρίλες Νήσους και συνολικά την εκκρεμή από το 1945 συνθήκη ειρήνης των δύο πλευρών.

Αντιθέτως, στο πλαίσιο της εν ευρεία εννοία Δύσης, μεγάλη ανησυχία προκαλεί ο ιαπωνικός επανεξοπλισμός στη Νότια Κορέα, με την οποία οι σχέσεις βρίσκονται στο ναδίρ, όχι απλώς λόγω του βεβαρυμένου ιστορικού παρελθόντος, αλλά και της διεκδίκησης από την Ιαπωνία διαφιλονικούμενων νησίδων υπό νοτιοκορεατικό έλεγχο.

Νησιωτική αλυσίδα με δυνατότητα “πληγμάτων αντεπίθεσης”
Επί του πρακτέου, τα σχέδια της κυβέρνησης Κισίντα προβλέπουν τον τριπλασιασμό των στρατιωτικών μονάδων και τον εξοπλισμό τους με 500 αντιπυραλικά συστήματα Tomahawk αμερικανικής κατασκευής, με έμφαση στην αλυσίδα νήσων που οδηγεί προς Νότον μέχρι την Οκινάουα και συνιστά οιονεί φραγμό στην “έξοδο” της Κίνας στην Ανατολική Σινική Θάλασσα. Επιπλέον, το Τόκιο διεκδικεί τη δυνατότητα “πληγμάτων αντεπίθεσης” σε βεληνεκές έως και 1.200 χιλιομέτρων, το οποίο περιλαμβάνει τις κινεζικές παράκτιες πόλεις και το σύνολο της Βόρειας Κορέας (η οποία παγίως προβάλλεται ως η απειλή που δικαιολογεί τη για ποικίλους λόγους επαναστρατιωτικοποίηση της Ιαπωνίας).

Το κρίσιμο δεδομένο, ωστόσο, είναι οι αμυντικές δαπάνες. Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, φιλοδοξία της κυβέρνησης Κισίντα είναι η διοχέτευση για τον σκοπό αυτό 43 τρισ. γεν (ήτοι περίπου 317 δισ. δολαρίων) την επόμενη πενταετία, αρχής γενομένης από έναν αμυντικό προϋπολογισμό 6 τρισ. γεν. το ερχόμενο δημοσιονομικό έτος.

Όμως εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Η επιθυμία της Ιαπωνίας να μετατραπεί σε “κανονική χώρα”, δίχως τις δεσμεύεις της ήττας του 1945, είναι βαθιά ριζωμένη και η ιδέα του επανεξοπλισμού δείχνει δημοφιλής στον πληθυσμό (σε αντίθεση με τον ίδιο τον Κισίντα, ο οποίος ελπίζει να επωφεληθεί πολιτικά από εξαγγελίες που τονώνουν την εθνική αυτοπεποίθηση). Άλλωστε, και ο δολοφονηθείς πρώην πρωθυπουργός Σίνζο Άμπε είχε με ποικίλους τρόπους κολακεύσει τον ιαπωνικό εθνικισμό και είχε αναθεωρήσει το Σύνταγμα, με την επίκληση της ανάγκης συμμετοχής της Ιαπωνίας σε διεθνείς ειρηνευτικές και αντιτρομοκρατικές αποστολές. Όμως το πώς θα χρηματοδοτηθεί ο επανεξοπλισμός γεννά διαφωνίες στο κοινό, στο κυβερνών κόμμα, ακόμα και στο υπουργικό συμβούλιο.

Πόθεν τα κονδύλια;
Οι επίγονοι του Άμπε προκρίνουν την έκδοση νέων ομολόγων, αλλά ο θιασώτης της δημοσιονομικής πειθαρχίας Κισίντα προτιμά τον συνδυασμό περικοπών ορισμένων μη στρατιωτικών δαπανών με την αύξηση των φόρων σε είδη όπως ο καπνός (μέτρο που συναντά την αντίθεση του 66% των Ιαπώνων στα γκάλοπ), καθώς και του εταιρικού φόρου, υπολογίζοντας ότι τις αντιρρήσεις των επιχειρήσεων θα κάμψουν οι εισροές από το ήδη προϋπολογισμένο ταμείο μεταπανδημικής ανάκαμψης.

Διόλου άσχετη προς τα παραπάνω δεν θα πρέπει να θεωρηθεί και η απόφαση της Τράπεζας της Ιαπωνίας, η οποία αναστάτωσε την εβδομάδα αυτή τις αγορές, να αυξήσει κατά 0,5% το δεκαετές επιτόκιό της, σε μια προφανή προσπάθεια συγκέντρωσης κεφαλαίων εντός της χώρας.

Με άλλα λόγια, οι προβληματικές επιδόσεις της Ιαπωνίας σε συντελεστές ισχύος όπως η οικονομία (με χρέος άνω του 200% του ΑΕΠ) ή η δημογραφία σχετικοποιούν κατά πολύ κάθε φιλοδοξία της να αναδειχθεί εκ νέου σε μεγάλη δύναμη και με στρατιωτικά χαρακτηριστικά.

Του Κώστα Ράπτη/capital.gr

Διαβάστε την συνέχεια του άρθρου...
Shares