Ο “αγώνας” για την Αφρική: Όταν η ευρωπαϊκή βοήθεια καταλήγει σε bitcoin στη ζούγκλα του Κονγκό

 

Για περισσότερα από δέκα χρόνια, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει επενδύσει δεκάδες εκατομμύρια ευρώ στο ανατολικό τμήμα της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, με επίσημο στόχο την ανάπτυξη, την καταπολέμηση της φτώχειας και την προστασία της φύσης.

Στην πράξη, όμως, μεγάλο μέρος αυτών των κονδυλίων κατευθύνθηκε σε έργα με αμφισβητούμενα αποτελέσματα, σε μια από τις πιο ασταθείς και φτωχές περιοχές του πλανήτη. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει ένα παράδοξο εγχείρημα: ένας υδροηλεκτρικός σταθμός, χρηματοδοτημένος από ευρωπαϊκά χρήματα, που σήμερα τροφοδοτεί κυρίως ένα ορυχείο bitcoin μέσα στη ζούγκλα.

Βαθιά στο τροπικό δάσος του ανατολικού Κονγκό λειτουργεί από το 2020 ένας υδροηλεκτρικός σταθμός ισχύος άνω των 14 μεγαβάτ. Θεωρητικά, θα μπορούσε να παρέχει ηλεκτρική ενέργεια σε περίπου 200.000 νοικοκυριά, σε μια περιοχή όπου η πρόσβαση στο ρεύμα αποτελεί πολυτέλεια. Ωστόσο, αυτό δεν συμβαίνει. Δεν υπάρχει ολοκληρωμένο δίκτυο σύνδεσης, ούτε επαρκής ζήτηση από τοπικούς καταναλωτές. Αντί για σπίτια και επιχειρήσεις, το μεγαλύτερο μέρος της παραγόμενης ενέργειας καταλήγει σε εκατοντάδες εξειδικευμένους υπολογιστές που εξορύσσουν κρυπτονόμισμα.

Η επιλογή αυτή συνδέεται άμεσα με το μοντέλο ανάπτυξης που εφαρμόστηκε στο Εθνικό Πάρκο Βιρούνγκα, έναν από τους σημαντικότερους φυσικούς θησαυρούς της Αφρικής. Το πάρκο, γνωστό για τη βιοποικιλότητά του και τους σπάνιους ορεινούς γορίλες, διαχειρίζεται το Ίδρυμα Virunga, επικεφαλής του οποίου είναι ο Βέλγος πρίγκιπας Emmanuel de Merode. Υπό τη δική του ηγεσία, το ίδρυμα έλαβε συνολικά πάνω από 150 εκατομμύρια ευρώ από την Ευρωπαϊκή Ένωση τα τελευταία χρόνια.

Η ευρωπαϊκή στήριξη δεν περιορίστηκε στην παραγωγή ενέργειας. Σημαντικά κονδύλια διατέθηκαν και για την ανάπτυξη του οικοτουρισμού, με εμβληματικό έργο την κατασκευή πολυτελούς καταφυγίου σαφάρι. Η λογική ήταν απλή: πλούσιοι διεθνείς επισκέπτες θα πλήρωναν υψηλά ποσά για να επισκεφθούν το πάρκο, δημιουργώντας έσοδα που θα ενίσχυαν τόσο την τοπική οικονομία όσο και τις δράσεις διατήρησης της φύσης.

Στην πράξη, όμως, το εγχείρημα προσέκρουσε στη σκληρή πραγματικότητα. Το ανατολικό Κονγκό βρίσκεται εδώ και σχεδόν τρεις δεκαετίες σε κατάσταση μόνιμης αστάθειας, με ένοπλες συγκρούσεις, απαγωγές και ανθρωπιστικές κρίσεις. Παρά τις αισιόδοξες προβλέψεις, οι τουριστικές ροές παρέμειναν χαμηλές, ενώ γεγονότα όπως η επιδημία Έμπολα, η πανδημία COVID-19 και η αναζωπύρωση των συγκρούσεων κατέστησαν τον τουρισμό σχεδόν ανύπαρκτο.

Τα έσοδα δεν ανταποκρίθηκαν ποτέ στις προσδοκίες. Παρότι κατά καιρούς παρουσιάστηκαν αισιόδοξες εκτιμήσεις για δεκάδες χιλιάδες επισκέπτες ετησίως, τα πραγματικά στοιχεία δείχνουν πολύ χαμηλότερα μεγέθη. Για τους κατοίκους των γύρω περιοχών, τα οφέλη υπήρξαν περιορισμένα ή ανύπαρκτα. Πολλοί καταγγέλλουν ότι δεν είδαν ούτε τις υποσχόμενες θέσεις εργασίας ούτε βελτίωση στην ασφάλεια ή τις υποδομές.

Σε αυτό το πλαίσιο, η στροφή προς την εξόρυξη bitcoin παρουσιάστηκε από τη διοίκηση του πάρκου ως αναγκαία λύση. Ο υδροηλεκτρικός σταθμός, χωρίς επαρκείς πελάτες, έπρεπε με κάποιον τρόπο να αποφέρει έσοδα. Έτσι, το 2020 ξεκίνησε συνεργασία με γαλλική εταιρεία εξόρυξης κρυπτονομισμάτων, η οποία εγκατέστησε κοντέινερ γεμάτα υπολογιστές δίπλα στο εργοστάσιο.

Οι υποστηρικτές του σχεδίου προβάλλουν το επιχείρημα της «πράσινης» εξόρυξης. Η ενέργεια είναι ανανεώσιμη και, θεωρητικά, πλεονάζουσα. Επιπλέον, η θερμότητα από τους υπολογιστές χρησιμοποιείται για την ξήρανση αγροτικών προϊόντων, όπως κακάο και φρούτα. Παρ’ όλα αυτά, ειδικοί επισημαίνουν ότι η συνολική περιβαλλοντική επιβάρυνση δεν είναι αμελητέα, αν ληφθούν υπόψη η παραγωγή, η μεταφορά και η αντικατάσταση του εξοπλισμού.

Πέρα από το περιβαλλοντικό αποτύπωμα, εγείρονται σοβαρά ερωτήματα για τον κοινωνικό αντίκτυπο. Σε μια περιοχή όπου η πρόσβαση στο ηλεκτρικό ρεύμα παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη, η χρήση φθηνής πράσινης ενέργειας για την παραγωγή κρυπτονομισμάτων προκαλεί έντονες αντιδράσεις. Ερευνητές που έζησαν στην περιοχή περιγράφουν την κατάσταση ως παράλογη: μια υποδομή που κατασκευάστηκε με δημόσιο χρήμα δεν εξυπηρετεί τις βασικές ανάγκες του πληθυσμού.

Παρά τα περιορισμένα αποτελέσματα του μοντέλου Βιρούνγκα, η επιρροή του ιδρύματος δεν μειώθηκε. Αντίθετα, επεκτάθηκε. Το 2025, η κυβέρνηση του Κονγκό δημιούργησε με προεδρικό διάταγμα τον λεγόμενο Πράσινο Διάδρομο Κίβου–Κινσάσα, μια τεράστια προστατευόμενη περιοχή που εκτείνεται από τα ανατολικά της χώρας έως την πρωτεύουσα και καλύπτει σχεδόν το ένα τέταρτο της επικράτειας. Στην περιοχή αυτή ζουν πάνω από 30 εκατομμύρια άνθρωποι.

Η διαχείριση του διαδρόμου ανατέθηκε στο Ίδρυμα Virunga, με την Ευρωπαϊκή Ένωση να δεσμεύεται για επιπλέον χρηματοδότηση περίπου 80 εκατομμυρίων ευρώ. Η απόφαση παρουσιάστηκε διεθνώς ως εμβληματική πρωτοβουλία για την προστασία των τροπικών δασών και την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης. Ωστόσο, στο εσωτερικό του Κονγκό, πολλοί μιλούν για έλλειψη διαφάνειας και δημοκρατικής νομιμοποίησης.

Σύμφωνα με βουλευτές, δημοσιογράφους και ακτιβιστές, το έργο εγκρίθηκε χωρίς ουσιαστική δημόσια διαβούλευση, ενώ το κοινοβούλιο είχε ελάχιστο ρόλο στη διαδικασία. Ορισμένοι κάνουν λόγο για «πράσινη αρπαγή γης», δηλαδή για επιβολή προστατευόμενων ζωνών στο όνομα της φύσης, χωρίς τη συναίνεση των κοινοτήτων που ζουν εκεί.

Ο Emmanuel de Merode υποστηρίζει ότι το νέο εγχείρημα βασίζεται στη συνεργασία με τον τοπικό πληθυσμό και ότι θα δημιουργήσει έως και 500.000 θέσεις εργασίας μέχρι το 2030. Όμως, για πολλούς παρατηρητές, αυτές οι υποσχέσεις θυμίζουν έντονα τις εξαγγελίες που συνόδευσαν το μοντέλο Βιρούνγκα, εξαγγελίες που δεν υλοποιήθηκαν ποτέ στον βαθμό που παρουσιάστηκαν.

Ακαδημαϊκοί και ειδικοί στη διαχείριση συγκρούσεων προειδοποιούν ότι η επιβολή φιλόδοξων σχεδίων από τα πάνω, σε περιοχές με ιστορικό βίας και φτώχειας, μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω αποσταθεροποίηση. Όταν οι τοπικές κοινότητες δεν βλέπουν χειροπιαστά οφέλη, αυξάνεται η καχυποψία και η αντίσταση.

Το παράδειγμα του υδροηλεκτρικού σταθμού που τροφοδοτεί ένα ορυχείο bitcoin λειτουργεί πλέον ως σύμβολο αυτής της αντίφασης. Από τη μία, η Ευρωπαϊκή Ένωση προβάλλει το έργο ως καινοτόμο, πράσινο και οικονομικά βιώσιμο. Από την άλλη, για πολλούς κατοίκους του Κονγκό, αποτελεί απόδειξη ότι η αναπτυξιακή βοήθεια συχνά εξυπηρετεί ξένα συμφέροντα, αφήνοντας τις τοπικές ανάγκες στο περιθώριο.

Καθώς δεκάδες εκατομμύρια ευρώ ετοιμάζονται να επενδυθούν ξανά στον Πράσινο Διάδρομο, το ερώτημα παραμένει ανοιχτό: πρόκειται για μια πραγματική ευκαιρία βιώσιμης ανάπτυξης ή για την επανάληψη ενός μοντέλου που ήδη έδειξε τα όριά του; Για τα εκατομμύρια ανθρώπων που ζουν στις περιοχές αυτές, η απάντηση δεν είναι θεωρητική. Θα κριθεί από το αν η «πράσινη ανάπτυξη» θα μεταφραστεί επιτέλους σε ηλεκτρικό ρεύμα, ασφάλεια και αξιοπρεπή ζωή ή αν θα συνεχίσει να παράγει, κυρίως, ψηφιακά νομίσματα στη μέση της ζούγκλας.