Νέο κραχ στις παγκόσμιες αγορές: Τα σημάδια που ανησυχούν τους επενδυτές.

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Οι διεθνείς αγορές βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα επικίνδυνο μείγμα υψηλών αποτιμήσεων, ακριβότερου χρήματος, αυξανόμενου χρέους και τεράστιων επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι επίκειται αναπόφευκτα νέο κραχ. Η άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων, το ακριβό πετρέλαιο και οι υπερβολικές προσδοκίες γύρω από την AI εντείνουν την ανησυχία των επενδυτών, καθώς το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η τεχνολογική έκρηξη θα φέρει έγκαιρα τα έσοδα που χρειάζονται για να δικαιολογηθούν οι σημερινές τιμές.

Πιο αναλυτικά

Το ενδεχόμενο για νέο κραχ στις αγορές δεν αποτελεί αυτή τη στιγμή πρόβλεψη, όμως ένα ασυνήθιστο μείγμα υψηλών αποτιμήσεων, ακριβότερου χρήματος, τεράστιου χρέους και υπέρογκων επενδύσεων στην AI έχει αρχίσει να προκαλεί σοβαρές συζητήσεις στους επενδυτές.

Η εικόνα έχει αλλάξει αισθητά μέσα σε λίγες εβδομάδες. Το καλοκαίρι οι αμερικανικές μετοχές έφταναν σε νέα ιστορικά υψηλά, με την τεχνητή νοημοσύνη να τροφοδοτεί την αισιοδοξία ότι η τεχνολογική έκρηξη θα μπορούσε να αντισταθμίσει τις επιπτώσεις του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Τώρα, όμως, το πετρέλαιο έχει ξεπεράσει τα 100 δολάρια το βαρέλι, οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων έχουν ανέβει και οι επενδυτές καλούνται να υπολογίσουν ξανά το κόστος του χρήματος.

Το βασικό ερώτημα δεν είναι αν οι αγορές θα υποχωρήσουν κάποια στιγμή. Αυτό αποτελεί μέρος του φυσιολογικού οικονομικού κύκλου. Το ερώτημα είναι αν πολλοί διαφορετικοί παράγοντες πίεσης έχουν αρχίσει να συναντώνται ταυτόχρονα, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για μια πολύ μεγαλύτερη διόρθωση.

Γιατί οι μετοχές έχουν γίνει τόσο ακριβές
Ένα από τα στοιχεία που εξετάζουν οι αναλυτές είναι η αποτίμηση της αμερικανικής χρηματιστηριακής αγοράς. Ο δείκτης CAPE, ο οποίος συγκρίνει τις τιμές των μετοχών με τα προσαρμοσμένα στον οικονομικό κύκλο κέρδη των εταιρειών, βρίσκεται κοντά στις 41 μονάδες, πάνω από το διπλάσιο του μακροχρόνιου μέσου όρου του, που είναι περίπου 17.

Το επίπεδο αυτό πλησιάζει την ιστορική κορυφή των 44,19 μονάδων που είχε καταγραφεί τον Δεκέμβριο του 1999, λίγο πριν από την κατάρρευση της φούσκας των εταιρειών του διαδικτύου. Η σύγκριση δεν σημαίνει ότι επαναλαμβάνεται το 2000, αλλά εξηγεί γιατί οι σημερινές αποτιμήσεις προκαλούν συζητήσεις για το πόσο περιθώριο υπάρχει ακόμη για περαιτέρω άνοδο.

Στο επίκεντρο βρίσκονται οι επτά τεχνολογικοί κολοσσοί που έχουν γίνει γνωστοί ως «Magnificent Seven»: Nvidia, Apple, Alphabet, Microsoft, Meta, Amazon και Tesla. Η συνολική χρηματιστηριακή τους αξία ξεπερνά τα 20 τρισ. δολάρια, την ώρα που ο S&P 500 απέχει περίπου 3% από το ιστορικό υψηλό του, σύμφωνα με τη σημερινή ανάλυση του Guardian.

Το πρόβλημα για τους επενδυτές είναι ότι οι τιμές των μετοχών έχουν ενσωματώσει ήδη πολύ υψηλές προσδοκίες για την ανάπτυξη που θα φέρει η τεχνητή νοημοσύνη.

Η μεγάλη επένδυση στην AI πρέπει κάποια στιγμή να αποδώσει
Εδώ βρίσκεται ένας από τους πιο δύσκολους γρίφους της σημερινής αγοράς. Οι τεχνολογικές εταιρείες επενδύουν τεράστια ποσά σε data centers, chips και υποδομές που απαιτούνται για την ανάπτυξη των μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης. Η υπόθεση πάνω στην οποία στηρίζεται μεγάλο μέρος αυτών των επενδύσεων είναι ότι η ζήτηση για υπηρεσίες AI θα αυξηθεί αρκετά ώστε να δικαιολογήσει το κόστος.

Έρευνα της Fathom Consulting, την οποία επικαλείται ο Guardian, υπολογίζει ότι για να καταστεί κερδοφόρο το σημερινό επενδυτικό κύμα θα πρέπει οι πωλήσεις που συνδέονται με την AI να αυξηθούν κατά περίπου 600 έως 800 δισ. δολάρια μέσα στα επόμενα δύο χρόνια. Η ίδια εταιρεία εκτιμά σε 30% την πιθανότητα να σπάσει η φούσκα της AI την επόμενη χρονιά. Πρόκειται για εκτίμηση συγκεκριμένης εταιρείας και όχι για πρόβλεψη της αγοράς συνολικά.

Παράλληλα, η χρηματοδότηση αυτών των επενδύσεων δημιουργεί μια δεύτερη πηγή ανησυχίας. Οι μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας δεν στηρίζονται αποκλειστικά στα διαθέσιμα κεφάλαιά τους, αλλά στρέφονται όλο και περισσότερο στην αγορά ομολόγων.

Reuters είχε καταγράψει ήδη από τον Αύγουστο ότι Alphabet, Amazon και Meta είχαν εκδώσει σχεδόν 220 δισ. δολάρια σε ομόλογα μέσα στο 2026, περισσότερο από το διπλάσιο του αντίστοιχου ποσού για ολόκληρο το 2025. Η αύξηση αυτή προστίθεται στον τεράστιο όγκο ομολόγων που εκδίδουν παράλληλα οι κυβερνήσεις.

Και εδώ αρχίζει να δημιουργείται ένας κύκλος που ενδιαφέρει ιδιαίτερα τις αγορές: περισσότερος δανεισμός σημαίνει μεγαλύτερη προσφορά ομολόγων, ενώ οι επενδυτές ζητούν υψηλότερες αποδόσεις για να τα αγοράσουν.

Το 5% των αμερικανικών ομολόγων που όλοι κοιτούν
Η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού ομολόγου ξεπέρασε μέσα στην εβδομάδα το 5%, φτάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο από τον Οκτώβριο του 2023.

Το συγκεκριμένο ποσοστό έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα αποτελούν σημείο αναφοράς για ένα τεράστιο κομμάτι του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος. Όταν ανεβαίνει η απόδοσή τους, αυξάνεται το κόστος δανεισμού και σε άλλες αγορές. Ακριβότερα στεγαστικά, δάνεια για αυτοκίνητα, καταναλωτική πίστη και εταιρικός δανεισμός είναι μερικές από τις συνέπειες.

Υπάρχει και μια δεύτερη επίδραση. Όσο περισσότερο αποδίδει ένα κρατικό ομόλογο, τόσο λιγότερο αυτονόητη γίνεται η επιλογή μιας μετοχής που θεωρείται πιο ριψοκίνδυνη. Για έναν επενδυτή, η σύγκριση μεταξύ των δύο γίνεται διαφορετική όταν μπορεί να πάρει υψηλότερη απόδοση από ένα αμερικανικό κρατικό ομόλογο χωρίς να αναλάβει τον ίδιο χρηματιστηριακό κίνδυνο.

Ο Guardian σημειώνει ότι ορισμένοι αναλυτές παρακολουθούν πλέον ιδιαίτερα το επίπεδο του 5,25% για το 10ετές αμερικανικό ομόλογο, καθώς θεωρούν ότι πάνω από αυτό το σημείο θα μπορούσαν να ενταθούν οι πιέσεις τόσο στις μετοχές όσο και στα ομόλογα. Δεν πρόκειται για καθολικά αποδεκτό «όριο κραχ», αλλά για ένα επίπεδο που χρησιμοποιούν συγκεκριμένοι αναλυτές στα μοντέλα τους.

Το χρέος γίνεται ο δεύτερος μεγάλος πονοκέφαλος
Η άνοδος των αποδόσεων δεν αφορά μόνο την AI. Οι κυβερνήσεις συνεχίζουν να χρειάζονται τεράστια ποσά για τη χρηματοδότηση των ελλειμμάτων τους, ενώ οι δαπάνες για άμυνα, ενέργεια και υποδομές αυξάνουν τις ανάγκες χρηματοδότησης.

Στις ΗΠΑ το ομοσπονδιακό χρέος έχει πλέον ξεπεράσει τα 40 τρισ. δολάρια, σύμφωνα με τα στοιχεία που χρησιμοποιεί ο Guardian. Όσο υψηλότερο είναι το κόστος εξυπηρέτησης αυτού του χρέους, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η πίεση στους κρατικούς προϋπολογισμούς.

Το ίδιο πρόβλημα εμφανίζεται και εκτός ΗΠΑ. Οι πραγματικές αποδόσεις των κρατικών ομολόγων, δηλαδή οι αποδόσεις αφού αφαιρεθεί ο αναμενόμενος πληθωρισμός, έχουν αυξηθεί σημαντικά σε μεγάλες οικονομίες. Reuters είχε επισημάνει ότι οι πραγματικές αποδόσεις σε ΗΠΑ, Βρετανία και Γερμανία βρίσκονταν σε επίπεδα που δεν είχαν καταγραφεί εδώ και πολλά χρόνια.

Αυτό έχει σημασία επειδή η άνοδος του πραγματικού κόστους χρήματος μπορεί να περιορίσει τις επενδύσεις των επιχειρήσεων και την κατανάλωση των νοικοκυριών.

Και στη μέση βρίσκεται η AI
Η ιδιαίτερη συνθήκη του 2026 είναι ότι η τεχνολογική έκρηξη και η αύξηση του δανεισμού έχουν αρχίσει να συνδέονται.

Οι εταιρείες τεχνολογίας χρειάζονται περισσότερα κεφάλαια για να χρηματοδοτήσουν τα data centers και τις υποδομές AI. Ταυτόχρονα, οι κυβερνήσεις εκδίδουν τεράστιες ποσότητες χρέους. Όταν όλοι ζητούν κεφάλαια από τους ίδιους επενδυτές, το χρήμα γίνεται ακριβότερο.

Μάλιστα, σημερινό δημοσίευμα των Financial Times εξετάζει μια ακόμη πιο σύνθετη εξέλιξη: μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας χρησιμοποιούν εγγυήσεις που μπορούν να στηρίξουν έως και 300 δισ. δολάρια επενδύσεων σε υποδομές AI χωρίς το σύνολο της έκθεσης να εμφανίζεται άμεσα ως υποχρέωση στους ισολογισμούς τους. Η πρακτική αυτή δεν σημαίνει από μόνη της ότι υπάρχει κρίση, όμως κάνει πιο δύσκολο να αποτυπωθεί με μια απλή ματιά το συνολικό χρηματοδοτικό ρίσκο που δημιουργεί η έκρηξη των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη.

Είναι λοιπόν η AI μια νέα φούσκα;
Η σύγκριση με τη φούσκα των dotcom είναι αναπόφευκτη, αλλά δεν σημαίνει ότι η τεχνητή νοημοσύνη είναι μια τεχνολογία χωρίς πραγματική οικονομική αξία.

Αυτό ακριβώς είναι το παράδοξο της σημερινής κατάστασης. Η AI μπορεί να αυξήσει σημαντικά την παραγωγικότητα και να δημιουργήσει πραγματικά έσοδα. Ήδη υπάρχουν ενδείξεις ότι η παραγωγικότητα στις ΗΠΑ έχει ενισχυθεί, ενώ ο Guardian συνδέει την τεχνολογία και με την καλύτερη από την αναμενόμενη πορεία της βρετανικής οικονομίας.

Το ερώτημα είναι διαφορετικό: θα αυξηθούν τα έσοδα αρκετά γρήγορα ώστε να δικαιολογήσουν τις σημερινές αποτιμήσεις και τις επενδύσεις που γίνονται τώρα;

Αν η απάντηση είναι ναι, ένα μέρος των σημερινών υψηλών τιμών μπορεί να δικαιολογηθεί εκ των υστέρων. Αν η ανάπτυξη των εσόδων καθυστερήσει, οι επενδυτές θα μπορούσαν να αρχίσουν να αμφισβητούν τις αποτιμήσεις που έχουν δώσει στις εταιρείες τεχνολογίας.

Το πετρέλαιο μπορεί να περιπλέξει ακόμη περισσότερο την κατάσταση
Υπάρχει ένας παράγοντας που δεν έχει σχέση με την τεχνολογία και μπορεί να επιβαρύνει ολόκληρη την εξίσωση: η ενέργεια.

Η άνοδος της τιμής του πετρελαίου πάνω από τα 100 δολάρια δημιουργεί εκ νέου πληθωριστικές πιέσεις. Αν αυτές παραμείνουν για μεγάλο διάστημα, οι κεντρικές τράπεζες μπορεί να χρειαστεί να διατηρήσουν τα επιτόκια σε υψηλότερα επίπεδα ή ακόμη και να τα αυξήσουν.

Αυτό είναι το σενάριο που φοβίζει περισσότερο τις αγορές: ακριβότερη ενέργεια, υψηλότερος πληθωρισμός, ακριβότερος δανεισμός και ταυτόχρονα πολύ υψηλές αποτιμήσεις στις μετοχές.

Η Federal Reserve προχώρησε αυτή την εβδομάδα στην πρώτη αύξηση επιτοκίων της από το 2023, σύμφωνα με τον Guardian, ενώ η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και η Τράπεζα της Ιαπωνίας έχουν επίσης κινηθεί προς αυστηρότερη νομισματική πολιτική.

Το σενάριο του κραχ δεν είναι το μόνο
Παρά τα σημάδια πίεσης, υπάρχουν και λόγοι για τους οποίους μια δραματική επανάληψη του 2000 ή του 2008 δεν θεωρείται δεδομένη.

Η αμερικανική οικονομία εξακολουθεί να εμφανίζει ανθεκτικότητα, ενώ η παραγωγικότητα μπορεί να ενισχυθεί περαιτέρω από την AI. Παράλληλα, υπάρχουν αναλυτές που θεωρούν ότι οι αγορές ενδέχεται να υπερεκτιμούν τον κίνδυνο να παραμείνει ο πληθωρισμός υψηλός λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή.

Ο πρώην επικεφαλής οικονομολόγος της Τράπεζας της Αγγλίας, Andy Haldane, περιέγραψε ένα διαφορετικό ενδεχόμενο: όχι μια κατάρρευση αντίστοιχη με εκείνη της φούσκας των dotcom, αλλά μια σταδιακή αποσυμπίεση που θα μπορούσε να επιβραδύνει την οικονομία χωρίς να οδηγήσει σε παγκόσμια καταστροφή.

Αυτό είναι ίσως και το πιο κρίσιμο σημείο της σημερινής συζήτησης. Οι αγορές δεν χρειάζεται να καταρρεύσουν για να υπάρξει πρόβλημα. Μια μεγάλη διόρθωση στις υπερτιμημένες μετοχές, σε συνδυασμό με υψηλότερο κόστος χρήματος και χαμηλότερες επενδύσεις, θα μπορούσε από μόνη της να περιορίσει την ανάπτυξη.

Για την ώρα, λοιπόν, τα στοιχεία δείχνουν αυξημένους κινδύνους και μεγαλύτερη ευαισθησία των αγορών, όχι βεβαιότητα για ένα νέο κραχ. Το επόμενο διάστημα θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό από το αν η AI θα αρχίσει να μετατρέπει τις τεράστιες επενδύσεις σε αντίστοιχα έσοδα, αλλά και από το αν ο πληθωρισμός, το πετρέλαιο και οι αποδόσεις των ομολόγων θα συνεχίσουν να ανεβαίνουν.