Μητσοτάκης στη Θεσσαλονίκη: Προεκλογική παράσταση με Καραμανλή, Έβρο και επίθεση σε όλους

Σε μια ομιλία που έμοιαζε περισσότερο με προεκλογική παράσταση επιβίωσης παρά με πολιτική παρέμβαση ουσίας, ο Κυριάκος Μητσοτάκης εμφανίστηκε στη Θεσσαλονίκη επιχειρώντας να συσπειρώσει μια κουρασμένη και ανήσυχη κομματική βάση. Το τελευταίο προσυνέδριο της Νέας Δημοκρατίας μετατράπηκε σε βήμα επίθεσης, πόλωσης και ανακύκλωσης γνωστών συνθημάτων, σε μια περίοδο όπου η κυβέρνηση δείχνει να πιέζεται τόσο κοινωνικά όσο και εσωκομματικά.

Ο πρωθυπουργός επέλεξε να ντύσει την ομιλία του με βαριά ιστορικά σύμβολα, επικαλούμενος τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και τη φράση «Ανήκουμε στη Δύση». Ωστόσο, η επίκληση του ιδρυτή της παράταξης έμοιαζε λιγότερο με σεβασμό στην ιστορική μνήμη και περισσότερο με απόπειρα να καλυφθεί το σημερινό πολιτικό κενό πίσω από ένα όνομα με ισχυρό συμβολικό φορτίο.

Η συνεχής αναφορά στον Καραμανλή έδειξε και κάτι ακόμη: ότι η σημερινή ηγεσία της ΝΔ έχει ανάγκη να δανειστεί κύρος από το παρελθόν, επειδή δυσκολεύεται να πείσει με το παρόν. Όταν μια κυβέρνηση καταφεύγει τόσο επίμονα σε ιστορικές αναφορές, συνήθως προσπαθεί να αποφύγει τη σκληρή συζήτηση για τη δική της φθορά.

Στο ίδιο μοτίβο κινήθηκε και η αναφορά στον φράχτη του Έβρου. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης τον παρουσίασε ως «σύμβολο κυριαρχίας», επιχειρώντας να ενεργοποιήσει τα πιο συντηρητικά αντανακλαστικά του ακροατηρίου. Πίσω από τις μεγάλες λέξεις, όμως, φάνηκε καθαρά η πολιτική στόχευση: φόβος, ασφάλεια, σύνορα, απειλή. Μια δοκιμασμένη συνταγή που επιστρέφει κάθε φορά που η κυβέρνηση χρειάζεται συσπείρωση.

Η φράση ότι η Ελλάδα δεν θα γίνει ξανά «ξέφραγο αμπέλι» δεν ήταν απλώς πολιτική τοποθέτηση. Ήταν ένας ακόμη κρίκος σε μια ρητορική που επενδύει στον φόβο και παρουσιάζει κάθε διαφορετική άποψη ως κίνδυνο για τη χώρα. Αντί για ψύχραιμη πολιτική συζήτηση, ο πρωθυπουργός επέλεξε το γνώριμο σκηνικό της απειλής και της εθνικής περιχαράκωσης.

Ανάλογα σκληρή και αποκαλυπτική ήταν η αναφορά στα πανεπιστήμια. Μιλώντας για καταλήψεις και «μπάχαλο», ο Κυριάκος Μητσοτάκης επανέφερε ένα αφήγημα που αντιμετωπίζει τα ΑΕΙ όχι ως χώρους γνώσης, έρευνας και δημόσιας παιδείας, αλλά ως πεδίο αστυνομικής και ιδεολογικής αντιπαράθεσης. Η κυβέρνηση, αντί να απαντήσει στα πραγματικά προβλήματα των πανεπιστημίων, όπως η υποχρηματοδότηση, οι ελλείψεις και η ανασφάλεια των νέων, επέλεξε και πάλι την εύκολη εικόνα του «νόμου και της τάξης».

Ακόμη πιο χαρακτηριστική ήταν η αναφορά στο Ταμείο Ανάκαμψης και στις «κορδέλες» που θα κοπούν το επόμενο διάστημα. Η φράση αυτή συμπύκνωσε με σχεδόν κυνικό τρόπο την κυβερνητική στρατηγική: εγκαίνια, φωτογραφίες, επικοινωνία και πολιτική αξιοποίηση έργων, την ώρα που μεγάλο μέρος της κοινωνίας πιέζεται από την ακρίβεια, τους χαμηλούς μισθούς και την καθημερινή ανασφάλεια.

Η ομιλία δεν έδωσε απαντήσεις για τα προβλήματα των πολιτών. Δεν ακούστηκε ουσιαστικό σχέδιο για την ακρίβεια, τη δημόσια υγεία, τη στέγαση, τους μισθούς ή την εξάντληση των νοικοκυριών. Αντί γι’ αυτά, προσφέρθηκαν σύμβολα, συνθήματα και αντιπαραθέσεις. Δηλαδή ακριβώς τα εργαλεία μιας κυβέρνησης που δείχνει να προτιμά την επικοινωνιακή διαχείριση από την πολιτική ουσία.

Στο στόχαστρο του πρωθυπουργού βρέθηκε και η αντιπολίτευση, με το ΠΑΣΟΚ και τον ΣΥΡΙΖΑ να παρουσιάζονται ως δυνάμεις άρνησης, τοξικότητας και αποσταθεροποίησης. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης κατηγόρησε τους πολιτικούς του αντιπάλους ότι «δηλητηριάζουν», «διχάζουν» και «γκρεμίζουν». Όμως η ίδια αυτή φρασεολογία ακυρώνει το αφήγημα της ενότητας που ο ίδιος προσπάθησε να προβάλει.

Δεν μπορείς να μιλάς για ενότητα, όταν χτίζεις ολόκληρη την ομιλία σου πάνω στον διχασμό. Δεν μπορείς να εμφανίζεσαι ως δύναμη θεσμικής σοβαρότητας, όταν μετατρέπεις την πολιτική αντιπαράθεση σε καταγγελτικό μονόλογο. Και δεν μπορείς να ζητάς εμπιστοσύνη, όταν αποφεύγεις να απαντήσεις στα ζητήματα που καίνε την κοινωνία.

Ιδιαίτερη σημασία είχε και η αναφορά σε «παλιούς φίλους που έχουν απομακρυνθεί». Η φράση αυτή λειτούργησε σαν άθελη ομολογία πολιτικής φθοράς. Ο πρωθυπουργός έδειξε ότι γνωρίζει πως υπάρχουν αποστάσεις, δυσαρέσκεια και αποσυσπείρωση. Γι’ αυτό και η ομιλία στη Θεσσαλονίκη είχε περισσότερο χαρακτήρα συναγερμού προς τον κομματικό μηχανισμό παρά αυτοπεποίθησης μιας κυβέρνησης που βαδίζει σταθερά.

Η επιλογή της Θεσσαλονίκης, λίγο πριν από το συνέδριο της ΝΔ, δεν ήταν απλή κομματική στάση. Ήταν η πρόβα μιας σκληρής προεκλογικής γραμμής: επίκληση στο παρελθόν, φόβος για το μέλλον, επίθεση στην αντιπολίτευση και υποσχέσεις μέσω έργων και εγκαινίων. Ένα μείγμα που δείχνει ότι η κυβέρνηση μπαίνει σε φάση άμυνας, προσπαθώντας να κρατήσει ενωμένο ένα ακροατήριο που δεν δείχνει πια τόσο δεδομένο.

Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο της ομιλίας ήταν η απουσία αυτοκριτικής. Καμία ουσιαστική αναφορά στα λάθη, στις καθυστερήσεις, στις κοινωνικές πιέσεις, στην καθημερινή αγωνία των πολιτών. Αντί για λογοδοσία, ο πρωθυπουργός επέλεξε την επίθεση. Αντί για απαντήσεις, επέλεξε τα συνθήματα. Αντί για πολιτικό σχέδιο, επέλεξε την πόλωση.

Η Θεσσαλονίκη, λοιπόν, δεν άκουσε μια ομιλία προοπτικής. Άκουσε μια ομιλία φόβου. Μια ομιλία που προσπάθησε να ξαναζωντανέψει παλιά αντανακλαστικά, να δανειστεί κύρος από ιστορικά σύμβολα και να μετατρέψει την κοινωνική δυσαρέσκεια σε κομματική συσπείρωση.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έδωσε από τη Θεσσαλονίκη το σήμα μιας άτυπης προεκλογικής περιόδου. Όχι όμως με όραμα, αλλά με πίεση. Όχι με αυτοπεποίθηση, αλλά με άμυνα. Όχι με απαντήσεις, αλλά με κατασκευή αντιπάλων. Και αυτό είναι ίσως το πιο καθαρό μήνυμα της ομιλίας: όταν η πολιτική ουσία υποχωρεί, η πόλωση γίνεται το τελευταίο καταφύγιο.