Παρασκευή , 27 Νοεμβρίου 2020
Τελευταία Νέα

ΜΕΓΑΛΗ ΙΔΕΑ, ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΑΣ: Οι Ελληνικές διεκδικήσεις στην Μικρά Ασία και τα νησιά το 1919…

ΜΕΓΑΛΗ ΙΔΕΑ, ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΑΣ: Οι Ελληνικές διεκδικήσεις στην Μικρά Ασία και τα νησιά το 1919...

Το κείμενο του Βενιζέλου ξεκινούσε με την αναφορά στην θέση του Αμερικανού Προέδρου Wilson για πλήρη περιορισμό του οθωμανικού κράτους στον ασιατικό χώρο, ακόμη καλύτερα στο βάθος της Μικράς Ασίας και σε όσες περιοχές ήταν κυρίαρχο το τούρκικο στοιχείο.

Γράφει ο Χαρίτος Αναστασίου

Η ελληνική διεκδίκηση αφορούσε την Δυτική Μικρά Ασία και μόνο, αφήνοντας έξω τον Πόντο στο όνομα του ρεαλισμού. Κάλυπταν όλη την δυτική μικρασιατική ακτή από τον Πάνορμο της Προποντίδας μέχρι και την ασιατική ακτή απέναντι από το Καστελόριζο. Περιλάμβαναν όλο το Βιλαέτι του Αϊδινίου, πλην του καθαρά τουρκικού Σαντζακίου του Ντενιζλί, καθώς και το ΒΔ τμήμα του Βιλαετιού της Προύσας και το νότιο κομμάτι από το ανεξάρτητο Σαντζάκιο της Μπίγκας (καζάς του Αϊβατσίκ ή Άσσος), το οποίο και βρίσκονταν υπό βρετανική κατοχή σαν μέρος της μελλοντικής Ζώνης των Στενών. Η έκταση αυτή αντιστοιχούσε σε μεγάλο βαθμό στις αρχαίες περιοχές της Μυσίας, μέρος αυτής η Τρωάδα και η Αιολίδα, της Λυδίας, μέρος αυτής και η Ιωνία, της Καρίας, όπου ανήκε και η Δωρίδα, καθώς και μέρη της Βιθυνίας, της Μικράς (ή Ελλησποντικής) Φρυγίας και της Λυκίας.

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Συνολικά στην έκταση που συνιστούσαν τα βιλαέτια του Αϊδινίου και της Προύσας μαζί με τα ανεξάρτητα σαντζάκια της Νικομήδειας (Ισμίτ) και των Δαρδανελλίων (Μπίγκας) κατοικούσαν 1,013,195 Έλληνες, όντας ένας συνεχής και συνεκτικός πληθυσμός με διαρκή παρουσία στην περιοχή επί περίπου 3 χιλιετίες ήδη από τον Α’ Ελληνικό Αποικισμό. Όπως ανέφερε αυτοί συνιστούσαν τον κύριο σκελετό του ιθαγενούς πληθυσμού και της οικονομικής και πνευματικής ζωής του τόπου, όντας μία πολύ δυναμική κοινότητα αγροτών, εργατών, εμπόρων, βιοτεχνών, μικροβιομηχάνων και ανθρώπων του πνεύματος. Η όλη έκταση διαιρούνταν σε περίπου 15 επισκοπές με τις ελληνικές κοινότητες να συντηρούν μόνες τους 565 εκκλησίες και 652 σχολεία με πάνω από 90,000 μαθητές. Ως Έλληνες βέβαια εννοούνταν άπαντες οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί κάτοικοι ασχέτως γλώσσας, είτε ελληνόφωνοι, είτε τουρκόφωνοι, καθώς και σλαβόφωνοι, αλβανόφωνοι, αραβόφωνοι ή Λάζοι. Αντίστοιχα ως Τούρκοι άπαντες οι Μουσουλμάνοι, εξ αυτών αρκετοί ήταν ελληνόφωνοι, ειδικά στον Πόντο.

Στο σύνολο λοιπών των βιλαετίων Προύσας και Αϊδινίου, καθώς και των ανεξάρτητων Σαντζακίων Δαρδανελλίων και Ισμίτ οι οθωμανικές απογραφές υπολόγιζαν μόλις 542,047 Έλληνες, αυτές πάλι του Πατριαρχείου 1,013,195.Τα πληθυσμιακά στοιχεία του Βενιζέλου είναι σαφώς μεγαλύτερα καθότι προέρχονταν από τις σχετικά αξιόπιστες απογραφές του Πατριαρχείου, που είχαν όμως μεγάλες διαφορές από τις επίσημες οθωμανικές της απογραφής του 1914.Πιο αναλυτικά στο Βιλαέτι της Προύσας το Πατριαρχείο υπολόγιζε τους Έλληνες του Βιλαετίου σε 278,421. Η μεγάλη μάζα του πληθυσμού του ήταν Τούρκοι με τους Έλληνες να έχουν ισχυρή παρουσία στο βορειοδυτικό του άκρο, κυρίως στο Σαντζάκιο του Καρεσί και στην βόρεια ακτή του Σαντζακίου της Προύσας. Συνιστούσαν την πλειοψηφία, συχνά συντριπτική, στους καζάδες της Αρτάκης και των Μουδανιών στην ακτή του Μαρμαρά, καθώς και του Αϊβαλί στην αιγιακή ακτή, το ίδιο και σε όλα τα νησιά του Μαρμαρά. Ταυτόχρονα ήταν σημαντική μειονότητα στους καζάδες του Πανόρμου, του Μίχαλιτς (Μιλητόπολη), του Γκεμλίκ (Κίος) και της Προύσας στην πλευρά της Προποντίδας, όντας καθαρή πλειοψηφία στις ακτές τους, τα ίδια ίσχυαν στους καζάδες του Αδραμυτίου και του Μπουρχανιγιέ στην μεριά του Αιγαίου. Για το Βιλαέτι αυτό η οθωμανική στατιστική υπολόγιζε του Έλληνες σε μόλις 172,424 ψυχές με περίπου 70,000 Αρμενίων έναντι 833,918 Τούρκων.Στο ανεξάρτητο Σαντζάκιο του Ισμίτ το Πατριαρχείο κατέγραφε 73,134 Έλληνες. Εκεί οι Έλληνες ήταν η μεγαλύτερη ομάδα στον Καζά του Καραμουρσέλ (Πραινετός), μαζί πάλι με τους Αρμένιους οριακά πλειοψηφούσαν στον καζά του Ισμίτ. Οι Οθωμανοί αντίστοιχα υπολόγιζαν 40,048 Έλληνες και 55,852 Αρμένιοι έναντι 226,859 ΤούρκωνΣτο ανεξάρτητο τέλος Σαντζάκι των Δαρδανελλίων το Πατριαρχείο ανέφερε 38,830 Έλληνες. Οι Οθωμανοί μετρούσαν μόλις 8,550 Έλληνες απέναντι σε 150,000 Τούρκους περίπου, με τους μη Τούρκους να σχηματίζουν πλειοψηφία οριακά στον καζά των Δαρδανελλίων.Στο Βιλαέτι του Αϊδινίου ο αριθμός του Πατριαρχείου για τους Έλληνες είναι , περίπου 622,810. Η μεγάλη μάζα των Ελλήνων ζούσε στο βόρειο και δυτικό μέρος του Βιλαετίου, με επίκεντρο την Σμύρνη όπου και συνιστούσαν πλειοψηφία στην παράλια ζώνη του Σαντζακίου της Σμύρνης, όπως ίσχυε και στην ίδια την πόλη της Σμύρνης. Στην ενδοχώρα του Βιλαετίου οι Έλληνες ήταν μικρή μειονότητα έναντι των Τούρκων, νοτιότερα δε, στο Σαντζάκιο του Μεντεσέ απέναντι από τα Δωδεκάνησα, οι ελληνικοί πληθυσμοί ήταν εξαιρετικά μικρό ποσοστό και με την παρουσία τους να περιορίζεται σε περιοχές της ακτογραμμής. Οι αντίστοιχα Οθωμανοί μετρούσαν μόλις 319,025 Έλληνες και 20,287 Αρμένιοι απέναντι σε 1,437,983 Τούρκους. Συγκεκριμένα για το βόρειο κομμάτι του Βιλαετίου, στην περιοχή της Σμύρνης, κατέγραφαν 300,000 περίπου Έλληνες έναντι 1,249,067 Τούρκων.

Στην ίδια έκταση οι Τούρκοι υπολογίζονταν σε 2,48,663 βάσει των οθωμανικών στατιστικών. Σε αυτόν τον πληθυσμό ο Βενιζέλος προσέθετε και τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου (Ίμβρο, Τένεδος, Λέσβος, Χίος, Σάμος, Ικαρία, Δωδεκάνησα και Καστελόριζο), νησιά με σχεδόν αποκλειστικά ελληνικό πληθυσμό τα οποία ο ίδιος θεωρούσε αναπόσπαστο γεωγραφικά και οικονομικά μέρος της μικρασιατικής ακτής (θέση που είχε τότε και η Οθωμανική Αυτοκρατορία, και διατηρεί η Τουρκία σήμερα), μαζί με αυτά λοιπόν οι Έλληνες έφταναν σε έναν πληθυσμό 1,383,333. Από εκεί αφαιρούσε τους περίπου 83,000 Έλληνες του μη διεκδικούμενου μέρους του Βιλαετίου της Προύσας (η οποία Προύσα θα έμενε οριακά στην Τουρκία, πιθανών ως νέα πρωτεύουσα του Σουλτάνου), καθώς και τους 111,964 Έλληνες των Δαρδανελλίων και του Ισμίτ, περιοχές που θα εντάσσονταν στην μελλοντική Ζώνη των Στενών την οποία και θα αναλάμβανε κάποια Μεγάλη Δύναμη, Βρετανία ή οι Ηνωμένες Πολιτείες, σαν Εντολή της ΚτΕ.

Έμεναν λοιπόν περίπου 1,188,359 Έλληνες στην υπό διεκδίκηση περιοχή, έναντι περίπου 1,042,050 Μουσουλμάνων. Όντας λοιπόν η μεγαλύτερη πληθυσμιακή ομάδα της περιοχής που μαζί με τους αρκετούς εκεί Αρμένιους, Λεβαντίνους και Εβραίους κατοίκους της περιοχής σχημάτιζαν μία ισχυρή μη μουσουλμανική πλειοψηφία η οποία και δικαιούνταν να αποφασίσει για το μέλλον της και την ένωση με την υπόλοιπη Ελλάδα, βάσει του 12ου σημείου των 14 Θέσεων του Προέδρου Wilson περί αυτοδιάθεσης των λαών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Αμφότερες όμως οι στατιστικές αφορούσαν την προπολεμική κατάσταση. Η πληθυσμιακή δε κατάσταση μεταπολεμικά, όπως φαίνονταν και στα ελληνικά αρχεία αλλά και στην οθωμανική απογραφή, ήταν ακόμη χειρότερη, οι Τούρκοι είχαν ξεπεράσει το 1,500,000 ενώ ένας τεράστιος αριθμός Ελλήνων είχαν βίαια εκδιωχθεί είτε στα νησιά του Αιγαίου, είτε στα βάθη της Μικράς Ασίας, σε τάγματα εργασίας, στρατόπεδα συγκέντρωσης αρχής γενομένης με την καταστροφή της Φώκαιας. Αλλά και προπολεμικά οι ελληνικοί πληθυσμοί σχημάτιζαν ισχυρή πλειοψηφία μόνο στην αιγιακή ακτογραμμή από το Αϊβαλί μέχρι και το Καστελλόριζο.

Μετά το δημογραφικό μέρος, ο Βενιζέλος διαχωρίζει την Δυτική Μικρά Ασία από το υπόλοιπο της χερσονήσου σε επίπεδο γεωγραφικό και ιστορικό. Αναφέρει ότι η μικρασιατική χερσόνησος, αυτός ο αιώνιος δεσμός μεταξύ του ελληνικού- ευρωπαϊκού και του ασιατικού κόσμου, συνίσταται από δύο τελείως διαφορετικές περιοχές, σύμφωνα με τα γεωγραφικά στοιχεία που προσφέρει ο Γερμανός γεωγράφος Phillipson το 1915. Σύμφωνα με αυτόν το εσωτερικό της μεγάλης χερσονήσου αποτελείται από μεγάλα ομοιόμορφα και συχνά άνυδρα οροπέδια περιβαλλόμενα από μεγάλες οροσειρές στα νότια (Ταύρος), βόρεια (Ποντιακές Άλπεις) και ανατολικά (Ζάγρος και Αρμενικό οροπέδιο). Τα οροπέδια αυτά συχνά υποδιαιρούνται σε ακόμη μικρότερα από οροσειρές. Αντίθετα η δυτική Μικρασία, όπως εκτείνεται δυτικά του μεσημβρινού της Κωνσταντινούπολης συνιστά ένα πολύ διαφορετικό σύνολο αποτελούμενο από οροσειρές που διαφέρουν σημαντικά σε κατεύθυνση, μορφή και ύψος, διαιρώντας την σε μακρόστενες εύφορες κοιλάδες και κόλπους με μία κατεύθυνση από τα ανατολικά οροπέδια μέχρι την ακτογραμμή, με πλήθος ποταμών σαν τον Μαίανδρο να την διασχίζουν, προσφέροντας παράλληλα καλύτερους δρόμους επικοινωνίας. Οι μακρόστενες αυτές κοιλάδες και οροσειρές θύμιζαν πολύ περισσότερο το ανάγλυφο της ηπειρωτικής Ελλάδας από ότι της κεντρικής Μικράς Ασίας, όντας οργανικό μέρος ενός ενιαίου γεωγραφικού χώρου, αυτού του Αιγαίου. Τα δύο πάλι μέρη της Μικράς Ασίας διαφέρουν και στο κλίμα. Στο εσωτερικό κυριαρχεί η ξηρασία και οι δύσκολοι χειμώνες της στέπας, αντίθετα στην δυτική ακτή οι άνεμοι είναι έντονοι φέρνοντας εντονότερες βροχοπτώσεις, παράλληλα η γειτνίαση με την θάλασσα προσφέρει πιο ήπιους χειμώνες που τους διαδέχονται ξηρά καλοκαίρια. Ένα καθαρά μεσογειακό κλίμα και βλάστηση χαρακτηρίζει την Δυτική Μικρά Ασία, έναντι της στέπας ανατολικότερα. Στα λόγια του Βενιζέλου υπάρχει ένα φυσικό σύνορο μεταξύ του περισσότερο ασιατικού κλιματολογικά εσωτερικού και του δυτικού μέρους που έχει ένα κλίμα καθαρά μεσογειακό σαν του υπόλοιπου αιγιακού χώρου. Αυτός είναι ολοκληρώνει και ο βασικός λόγος που ο ελληνικός πολιτισμός κυριάρχησε στην δυτική ακτή, ενώ ο ασιατικός στο εσωτερικό.

Ο ίδιος εξ άλλου ο ποντιακός Ελληνισμός παρέμενε έντονα διαφοροποιημένος από τον αιγιακό ελέω τόσο της μεγάλης απόστασης, όσο και της παντελώς διαφορετικής του γεωγραφίας. Κάτι φανερό τόσο στην ποντιακή διάλεκτο της ελληνικής, όσο και στους χορούς, τις συνήθειες και τις λοιπές παραδόσεις των Ποντίων στις οποίες οι ασιατικές επιρροές είναι έκδηλες.

Αφού λοιπόν διαφοροποιεί την Δυτική Μικρά Ασία από το υπόλοιπο συνεχίζει με την πρώτη εναλλακτική της προσάρτησης της στην Ελλάδα, που δεν ήταν άλλη από την προοπτική της αυτονόμησης της εντός της κυριαρχίας του Σουλτάνου. Αποδομεί την θέση αυτή ξεκινώντας ότι επιθυμία των Ελλήνων της περιοχής δεν είναι άλλη από την Ένωση με τους ομοεθνείς τους σε ένα κράτος κι όχι κάποια τοπική αυτονομία. Αλλά και να σχηματιστεί, συνεχίζει, ένα αυτόνομο κράτος στην Δυτική Μικρά Ασία γρήγορα θα μετατραπεί σε ένα ξεκάθαρα ελληνικό (Hellenic στο κείμενο) κράτος, τόσο λόγω πληθυσμού, όσο κυρίως εξαιτίας της οικονομικής και πολιτισμικής ανωτερότητας του ελληνικού στοιχείου που επί 30 αιώνες ζει και καθιστά μοναδική αυτήν την περιοχή. Η συνύπαρξη των 2 ελληνικών κρατών στις ακτές του Αιγαίο γρήγορα θα δημιουργήσει ένα αίτημα για την Ένωση τους. Αυτό λοιπόν δύναται να προξενήσει νέες διεθνείς τριβές, κάτι που πρέπει να μην επιτρέψουμε να συμβεί στο μέλλον αφού η νίκη των Δημοκρατικών εθνών στον Α’ Παγκόσμιο ήρθε για να λύσει μία και καλή τα εδαφικά προβλήματα και να μην επιτρέψει νέα να γεννηθούν στο μέλλον. Μην ξεχνάμε και την τότε πεποίθηση ότι ο Μεγάλος Πόλεμος ήρθε για να τελειώσει όλους του πολέμους.

Επόμενη εναλλακτική είναι η διατήρηση της οθωμανικής κυριαρχίας στην περιοχή. Κάτι τέτοιο θα ήταν απαράδεκτο δηλώνει, η πρόσφατη τραγική εμπειρία του περασμένου αιώνα δεν επιτρέπει να εμπιστευθούν ξανά το μέλλον των μεγάλων χριστιανικών κοινοτήτων της Μικράς Ασίας στους Οθωμανούς, ότι μεταρρυθμίσεις κι αν δηλώσουν πως θα κάνουν. Ειδικά κατά το τελευταίο τέταρτο του περασμένου (19ου) αιώνα οι λαοί αυτοί δεχόντουσαν μαζικές σφαγές από τους παλαιούς και νέους Τούρκους όποτε πέρναγαν μεταρρυθμίσεις που θα τους ωφελούσαν. Ειδικά κατά τον Παγκόσμιο Πόλεμο υπέστησαν ολοκληρωμένη Γενοκτονία, με 700,000 Αρμένιους και 300,000 Έλληνες να εξολοθρεύονται. Πως είναι λοιπόν δυνατόν η Συνδιάσκεψη Ειρήνης να επαναφέρει αυτούς τους ταλαιπωρημένους χριστιανικούς πληθυσμούς της Μικράς Ασίας στον τουρκικό ζυγό; Μην ξεχνάμε, συνεχίζει, ότι κατά την τραγική περίοδο 1914-18 450,000 Έλληνες εκδιώχθηκαν μαζικά από τους Τούρκους και βρήκαν καταφύγιο στο ελληνικό κράτος, ενώ εκατοντάδες χιλιάδες άλλοι εκτοπίστηκαν βίαια στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας, οι περισσότεροι εξ αυτών δε πέθαναν εκεί. Η ανθρώπινη και πολιτισμένη επιστροφή αυτών των ανθρώπων στον τόπο τους και στις περιουσίες τους προϋποθέτει απαραίτητα τον τερματισμό της τουρκικής κυριαρχίας στην περιοχή.

Απαντώντας στην κριτική ότι η μεγάλη μάζα του εμπορίου της μικρασιατικής ενδοχώρας γίνεται μέσω της Σμύρνης ο Βενιζέλος δηλώνει ότι πρώτον το τούρκικο κράτος θα συνεχίσει να έχει άπλετη πρόσβαση στις θάλασσες του Μαρμαρά, του Εύξεινου Πόντου και της Μεσογείου, καθώς και ότι η ΚτΕ μπορεί να εγγυηθεί της χρήσης του λιμένα της Σμύρνης για τις εισαγωγές και εξαγωγές της Τουρκίας.

Για τον Βενιζέλο η ένωση της Δυτικής Μικράς Ασίας είναι ξεκάθαρα ο κυρίαρχος εθνικός σκοπός της Ελλάδας. Το 1 εκατομμύριο Έλληνες που ζουν στην Δυτική Μικρά Ασία αδιάλειπτα συνιστούν για τον ίδιο μαζί με τους Έλληνες των Νήσων το “καθαρότερο κομμάτι της ελληνικής φυλής” ή το “κομμάτι που διατήρησε καλύτερα τον εθνικό του χαρακτήρα”. Πρέπει δε να ληφθεί υπόψιν ότι άλλοι 922,545 Έλληνες ζουν εκτός της υπό διεκδίκηση ζώνης Μικρά Ασία, οργανωμένοι σε αρχιεπισκοπές και επισκοπές και με τις κοινότητες τους να υποστηρίζουν 1,740 εκκλησίες και 1,386 σχολεία με 100,863 μαθητές να φοιτούν σε αυτά. Αυτούς ο Βενιζέλος τους υπολόγιζε σε 99,376 στο Βιλαέτι του Σιβάς (75,324 η οθωμανική απογραφή), 45,873 στης Άγκυρας (20,240), 353,533 στης Τραπεζούντας (260,313), 87,021 στου Ικονίου (25,150), 24,919 στης Κασταμονής (20,958), 70,000 των Άδανων (8,974), καθώς και άλλοι 129,859 στο υπόλοιπο, μη διεκδικούμενο μέρος από το Βιλαέτι της Προύσας, 73,134 στο ανεξάρτητο Σαντζάκι του Ιζνίκ και 38,830 στο Δαρδανελλίων (Μπίγας). Ο ίδιος ελπίζει ότι μεγάλο ποσοστό αυτών θα ενταχθούν είτε στο διεθνές κράτος της Κωνσταντινούπολης και των Στενών, είτε στην ανεξάρτητη Αρμενία που σχεδιαζόταν τότε. Όπως κι αν έχει μερικές εκατοντάδες χιλιάδες Ελλήνων θα παρέμεναν υπό τουρκικό έλεγχο στην κεντρική Μικρά Ασία. Για ναλυθεί αυτό προτείνει το τούρκικο κράτος να αγοράσει την ακίνητη περιουσία όλων αυτών των Ελλήνων, ώστε οι ίδιοι να μπορέσουν να εγκατασταθούν στην ελληνική πλευρά. Προτείνει να ξεκινήσει ένα σύστημα εθελοντικής ανταλλαγής πληθυσμών με σκοπό έτσι να μετατραπεί η Τουρκία σε κράτος με καθαρά μουσουλμανικό πληθυσμό.

Οι ίδιοι ολοκληρώνει οι Σύμμαχοι είχαν υποσχεθεί στην ελληνική Κυβέρνηση ήδη από τον Ιανουάριο 1915 σημαντικά εδαφικά κέρδη στην Μικρά Ασία σε περίπτωση εισόδου στον Πόλεμο, οι εγγυήσεις αυτές επαναλήφθηκαν στο ακέραιο και στην νέα κυβέρνηση Εθνικής Άμυνας που σχηματίστηκε τον ίδιο Απρίλιο στην Θεσσαλονίκη για την γρήγορη είσοδο της χώρας στον Πόλεμο. Οι εγγυήσεις αυτές δεν μπορούν μεν να δεσμεύουν τις αποφάσεις της Συνόδου Ειρήνης, δεσμεύουν όμως τις Δυνάμεις που τις έδωσαν. Η ίδια η Ελλάδα άργησε να εντάξει τον εαυτό της στην πολεμική προσπάθεια, δεν ευθύνεται όμως η ίδια για αυτό, με το που μπήκε δε στον Πόλεμο έδωσε το μέγιστο των προσπαθειών της μέχρι την νίκη. Ο ελληνικός λαός έδωσε την πλειοψηφία στον Βενιζέλο στις εκλογές του Φεβρουαρίου 1915 αμέσως μετά την πρώτη διαφωνία με τον τότε Βασιλέα Κωνσταντίνο, ως εκ τούτου ο ίδιος ο ελληνικός λαός με την ψήφο του επέλεξε την είσοδο της χώρας στον Πόλεμο. Τον ίδιο Σεπτέμβριο όταν ο Βασιλέας πρόδωσε την χώρα, καθώς και την σύμμαχο Σερβία αφού συνθήκη δέσμευε την Ελλάδα να την στηρίξει άπαξ και δέχτηκε εισβολή, ο ελληνικός λαός ξεσηκώθηκε αναφέρει ο Βενιζέλος και οδήγησε την χώρα στον Πόλεμο με το κίνημα της Εθνικής Άμυνας.

Η διάλυση εν κατακλείδι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έπρεπε να συνοδευτεί με τον σεβασμό στις αποφάσεις των λαών που την συνιστούν. Ο Πόλεμος αυτός συνέβη και για να αμυνθούν τα μικρά έθνη από την επιθετικότητα των μεγάλων κρατών. Η Δυτική Μικρά Ασία πάλι κατοικείται επί χιλιετίες από έναν εκ των αρχαιότερων λαών της Ευρώπης. Πριν έναν αιώνα το έθνος αυτό ξεσηκώθηκε ενάντια στην μακραίωνη τυραννία και απέκτησε την ελευθερία του, έκτοτε μάχεται για να πετύχει την εθνική του ολοκλήρωση. Πως τα Συμμαχικά έθνη και οι δημοκρατικοί λαοί, αυτή που με την νίκη τους επικύρωσαν το δικαίωμα των μικρών κρατών να αμύνονται της ανεξαρτησίας τους και των λάων στην αυτοδιάθεση, να προσφέρουν αυτήν την πλέον ομοιογενή περιοχή του ελληνισμού σε μία Μεγάλη Δύναμη απλά επειδή είναι Μεγάλη Δύναμη και η Ελλάδα μικρό κράτος; Πως κάτι τέτοιο ταιριάζει με τις ηθικές αρχές και αξίες της ΚτΕ, είναι το τελικό του ερώτημα.

Στην αρχή του κειμένου αναφέρει την πιθανότητα ίδρυσης ενός ανεξάρτητου αρμενικού κράτους στα ανατολικά, της Ουιλσονιανής Αρμενίας (Wilsonian Armenia) που ο Wilson είχε οραματιστεί, μέσα από την ένωση των αρμενικών βιλαετίων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με την ρωσική Αρμενία. Το κράτος αυτό προβλεπόταν να μετατραπεί σε Εντολή της Κοινωνίας των Εθνών προς μία Μεγάλη Δύναμη με περισσότερο πιθανή τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ήταν αναγκαία η δημιουργία ενός ανεξάρτητου και υπό διεθνής προστασία αρμενικού κράτους ώστε να προστατευθεί αυτός ο πονεμένος λαός που ήδη είχε βιώσει την Χαμιντιανή Γενοκτονία, αλλά κυρίως την μεγάλη Αρμενική Γενοκτονία που συστηματικά διενέργησαν οι Νεότουρκοι, για αυτό και δηλώνει δύσκολα μπορεί να βρει κανείς πλέον αρμενική πλειοψηφία στα ανατολικά βιλαέτια. Γενοκτονιών που συνέβησαν από τους Τούρκους με σκοπό την πλήρη εξολόθρευση του αρμενικού στοιχείου και την ολοκληρωτική κυριαρχία στα εδάφη του, αφού εξάλλου συνεχίστηκαν και όταν Τούρκοι μπήκαν σε ρωσικό ή περσικό έδαφος με αρμενικούς πληθυσμούς. Παρά δε την σφαγή το τουρκικό στοιχείο συνέχιζε να μειοψηφεί στις επαρχίες αυτές, ως προς το σύνολο των άλλων εθνοτήτων.

Το κράτος αυτό συνεχίζει ο Βενιζέλος αποτελούσε εξαιρετική εγγύηση για τον ποντιακό Ελληνισμό του Βιλαετίου της Τραπεζούντας. Το βιλαέτι αυτό προβλέπονταν να ενσωματωθεί πλήρως στο νέο αρμενικό κράτος, με τον τρόπο αυτόν οι 350,000 Έλληνες κάτοικοι του θα διέφευγαν της ενσωμάτωσης σε τουρκικό κράτος. Ο Βενιζέλο έβλεπε ότι ήταν πρακτικά αδύνατη η ενσωμάτωση του Πόντου στο ελληνικό κράτος, τόσο λόγω απόστασης όσο και δημογραφίας με μόλις 350,000 Έλληνες εντός ενός συνολικού πληθυσμού 1,047,700 αποτελούμενου κατά βάση από Τούρκους και Λάζους Μουσουλμάνους. Ελπίζει δε ότι και το μεσογειακό Βιλαέτι των Άδανων με επίσης σημαντικό αρμένικο στοιχείο θα μπορούσε να ενσωματωθεί στο αρμένικο κράτος, μία εγγύηση ότι οι 70,000 Έλληνες κάτοικοι του θα παρέμεναν εκτός Τουρκίας, κάτι που εννοείται δεν συνέβη. Ο λόγος που το κείμενο ξεκινάει με την Αρμενία είναι ότι εν αντιθέσει με την Ελλάδα, η Αρμενία αναφέρεται πλήρως ως θέση στα 14 Σημεία του Προέδρου Wilson, ο ίδιος ο Βενιζέλος βαθύτατα θαυμαστής του μεγάλου αυτού ανδρός ξεκινάει με το όραμα του ανθρώπου που τότε ξεκίνησε να αλλάζει τον κόσμο. Από το 1920 και μετά ο Βενιζέλος αρχίζει να σκέφτεται όλο και πιο έντονα την διατήρηση της αυτονομίας, ακόμη και ανεξαρτησίας, των Ελλήνων του Πόντου κυρίως μέσα από μία ισότιμη Συνομοσπονδία με τους Αρμένιους. Υπήρξε δε σχεδιασμός του ίδιου έπειτα για αποστολή στρατιωτικής δύναμης εκεί που ακυρώθηκε με την ήττα του στις εκλογές.

Τελικά από την όλη αυτή διεκδίκηση δημιουργήθηκε από την Συνθήκη των Σεβρών η αρκετά πιο περιορισμένη αλλά με πολύ πιο μεγάλο ποσοστό ελληνικού πληθυσμού Ζώνη Σμύρνης στην κεντρική μικρασιατική ακτή και γύρω από την Σμύρνη . Η πόλη της Σμύρνης και το γύρω έδαφος θα συνιστούσε έδαφος αποσπασμένο από την Τουρκία το οποίο και ονομαστικά θα βρίσκονταν υπό την τουρκική κυριαρχία, η Ελλάδα αναλάμβανε την διοίκηση της Ζώνης με την τουρκική σημαία να παραμένει όμως υψωμένη στο οχυρό της πόλης, ένα οχυρό υπό τον έλεγχο των Μεγάλων Δυνάμεων. Η Ελλάδα θα είχε κανονικά ένοπλες δυνάμεις στην περιοχή, πλήρη τελωνειακή ένωση με αυτή και το ελληνικό Σύνταγμα ήταν κυρίαρχο. Το τούρκικο νόμισμα θα συνέχιζε να κυκλοφορεί όμως, επίσης θα απαγορεύονταν η στράτευση των κατοίκων της Ζώνης, οι οποίοι θα παρέμεναν Τούρκοι πολίτες, θα δημιουργούνταν όμως τοπική Χωροφυλακή. Παράλληλα σε ένα τοπικό Κοινοβούλιο με εκλεγμένους αντιπροσώπους θα εκπροσωπούνταν αναλογικά όλες οι εθνικές, γλωσσικές και θρησκευτικές ομάδες της περιοχής.

Το βασικότερο όμως ζήτημα ήταν ότι με την πάροδο 5 χρόνων το τοπικό Κοινοβούλιο δικαιούνταν με απλή πλειοψηφία να αιτηθεί στην ΚτΕ την πλήρη ενσωμάτωση και απορρόφηση της Ζώνης της Σμύρνης στο Βασίλειο της Ελλάδας, με δημοψήφισμα να πραγματοποιείται εφόσον το επιθυμούσε η ΚτΕ. Εφόσον αυτό συνέβαινε η Τουρκία όφειλε να απεμπολήσει κάθε της κυριαρχικό δικαίωμα επί της έκτασης αυτής.

Στα ανατολικά, η Τουρκία όφειλε να αναγνωρίσει την Αρμενία, την ενωμένη Αρμενία που οραματίστηκε ο Αμερικανός Πρόεδρος Wilson και η οποία λάμβανε την Δυτική Αρμενία, καθώς και τον ανατολικό Πόντο γύρω από την Τραπεζούντα αποκτώντας έτσι σημαντική πρόσβαση στην θάλασσα, με μεγάλες εκτάσεις εκτάσεις ή και το σύνολο από τα βιλαέτια του Ερζερούμ, της Τραπεζούντας, της Βαν και του Μπιτλίς. Ήδη από το 1916 και την ρωσική προέλαση από τον Καύκασο οι Αρμένιοι είχαν πετύχει αυτοδιοίκηση στην περιοχή της Βαν, όπως και οι Έλληνες Πόντιοι στην Τραπεζούντα. Η ίδια όφειλε να προφυλάξει τα δικαιώματα των μειονοτήτων στο έδαφος της, καθώς και την ελεύθερη διακίνηση αγαθών και εμπορίου με τα γύρω έθνη.

Ακολούθησε η μη αναγνώριση της Συνθήκης από το οθωμανικό Κοινοβούλιο, καθώς και την Μεγάλη Τουρκική Εθνοσυνέλευση της Άγκυρας υπό τον Κεμάλ. Έπειτα συγκρούσεις σε τρία μέτωπα, στο Δυτικό μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, στο Ανατολικό απέναντι στην Αρμενία και στο Νότιο της Κιλικίας ενάντια στην Γαλλία. Η ήττα της Ελλάδας το 1922 οδήγησε στον τερματισμό της ισχύος της Συνθήκης, στην Ανακωχή των Μουδανιών και από εκεί στην νέα Συνθήκη της Λοζάνης που υφίσταται μέχρι και σήμερα, τόσο η Ζώνη Σμύρνης, όσο και τα Στενά, αλλά και η Δυτική Αρμενία απορροφήθηκαν ολοκληρωτικά από την νέα κεμαλική Τουρκία. Ο ελληνικός πληθυσμός της Μικράς Ασίας ανταλλάχθηκε με τον τούρκικο τερματίζοντας έτσι την τρισχιλιετή παρουσία του Ελληνισμού στα μικρασιατικά παράλια.

Νήσοι

Τα νησιά αυτά, εννοώντας τα Ιταλικά Νησιά του Αιγαίου που από το 1914 η Ελλάδα καλούσε πλέον Δωδεκάνησα, αναφέρει ο Βενιζέλος είναι ελληνικά εδώ και πολλές χιλιάδες χρόνια και ως εκ τούτου πρέπει να επανέλθουν σε ελληνική κυριαρχία, παρά το ότι δεν επιδικάστηκαν στην Ελλάδα μετά τους Βαλκανικούς για στρατηγικούς λόγους. Είναι αλήθεια συνεχίζει ότι στο σύμφωνο της 26ης Απριλίου 1915 αποφασίστηκε από τους Συμμάχους η προσάρτηση της Ρόδου και των Δωδεκανήσων στην Ιταλία. Έκτοτε όμως άλλαξαν πολλά, ένας εξ αυτών και η φύση του Πολέμου με την δημιουργία ενός νέου ηθικού πλαισίου μεταξύ των συμμαχικών εθνών ώστε να οικοδομηθεί μεταπολεμικά η Ειρήνη. Η ίδια η Ελλάδα δεν αμφιβάλλει ότι ο μεγάλος της γείτονας, που με την κατάκτηση των νησιών το 1912 από τους Οθωμανούς ανήγγειλε την μελλοντική τους ένταξη στην Ελλάδα, θα προσφέρει τα νησιά αυτά στην Ελλάδα. Νησιά που τυπικά συνιστούσαν οθωμανικό έδαφος υπό ιταλική στρατιωτική κατοχή μέχρι και την υπογραφή των Σεβρών, τυπικά μιλώντας δεν θα έχανε έδαφος η Ιταλία αλλά η Τουρκία. Ο Βενιζέλος ολοκληρώνει λέγοντας ότι η Ιταλία δύσκολα θα επιθυμούσε να διατηρεί υπό τον έλεγχο της νησιά με αμιγή ελληνικό πληθυσμό, πράγμα που θα οδηγήσει σε σημαντικές τριβές μεταξύ των 2 λαών και θα θίξει σημαντικά την μεταξύ αυτών συνεργασία και φιλία.

Τελικά τα Δωδεκάνησα επιδικάστηκαν στην Ελλάδα με την Συνθήκη των Σεβρών, πλην Ρόδου και Καστελλόριζου τα οποία και η Ελλάδα θα λάμβανε από την Ιταλία άπαξ και η Βρετανία παρέδιδε την Κύπρο. Η ψύχρανση όμως των σχέσεων με την ως τότε φιλική Ιταλία, καθώς και η ήττα στο μικρασιατικό μέτωπο οδήγησαν στην πλήρη προσάρτηση των Νησιών, μαζί με το Καστελλόριζο, στην Ιταλία, κάτι που επικυρώθηκε και στην Λοζάνη.

Την Λοζάνη και την ελληνοτουρκική φιλία που ακολούθησε συνόδευσε η ελληνοϊταλική έχθρα και ανταγωνισμός που παγιώθηκε με την άνοδο του φασιστικού καθεστώτος και την μετατροπή της Ιταλίας σε υπαρξιακό εχθρό της Ελλάδας για όλη την περίοδο μέχρι και τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η ήττα του Άξονα έφερε την Συνδιάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων του 1949 με την οποία και τα Δωδεκάνησα επιδικάστηκαν ολοκληρωτικά στην Ελλάδα, προσφέροντας της μέσω του Καστελλόριζου άπλετο άνοιγμα στην Ανατολική Μεσόγειο.

cognoscoteam.gr

Διαβάστε την συνέχεια του άρθρου...
Shares