Τρίτη , 2 Μαρτίου 2021
Τελευταία Νέα

Κάπου μεταξύ ΕΣΡ, ΣτΕ και κυβέρνησης χάθηκε η πολιτική πολυφωνία.

Σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος, το κράτος, μέσω της υποτιθέμενης ανεξάρτητης αρχής «ΕΣΡ», ελέγχει τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα και επιβάλει κυρώσεις. Στην ίδια διάταξη επιβάλλεται η αντικειμενική και με ίσους όρους μετάδοση πληροφοριών και ειδήσεων.

Γράφει ο Πέτρος Χασάπης

Στο άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2328/1995, ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι οι ιδιωτικοί τηλεοπτικοί σταθμοί «υποχρεούνται να μεριμνούν για την … αντικειμενική ενημέρωση, την διασφάλιση της πολυφωνίας…», ενώ στο άρθρο 3 παρ. 22 του ιδίου νόμου ορίζει ότι: «Οι τηλεοπτικοί σταθμοί, στη συνολική διάρθρωση του προγράμματος και ιδίως των ειδησεογραφικών τους εκπομπών και των εκπομπών πολιτικού διαλόγου, έχουν την υποχρέωση να διασφαλίζουν την πολιτική πολυφωνία και την παρουσίαση των απόψεων των πολιτικών κομμάτων, που εκπροσωπούνται στη Βουλή και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, για κάθε ζήτημα που καθίσταται αντικείμενο πολιτικής αντιδικίας».

 

Υπάρχει και πλήθος άλλων διατάξεων, όπως το ΠΔ 77/2003 με το οποίο κυρώθηκε ο «Κώδικας Δεοντολογίας Ειδησεογραφικών και άλλων Δημοσιογραφικών και Πολιτικών Εκπομπών» και ο οποίος μεταξύ άλλων ορίζει ότι: «Η ραδιοφωνία και η τηλεόραση πρέπει να αναγνωρίζουν και να σέβονται εμπράκτως τη διατύπωση διαφορετικών απόψεων και να υπερασπίζονται την ελευθερία μεταδόσεώς τους. Οι διαφορετικές απόψεις πρέπει να παρουσιάζονται έγκαιρα και με ίσους όρους».

 

Όλες οι ανωτέρω διατάξεις και αρκετές ακόμα, υποτίθεται ότι κατοχυρώνουν την πολιτική πολυφωνία για τα κοινοβουλευτικά κόμματα. Το ερώτημα όμως είναι, πως ακριβώς εκφράζεται και συνακόλουθα πως επιβάλλεται αυτή η πολιτική πολυφωνία στην πράξη; Για το θέμα αυτό, το ΕΣΡ εξέδωσε το 2006 την με αρ. 1/21-1-2006 Οδηγία του προς τα ραδιοτηλεοπτικά ΜΜΕ, με την οποία όρισε ότι οι τηλεοπτικοί σταθμοί της χώρας οφείλουν, κατά την εκπομπή του κεντρικού δελτίου ειδήσεων, να παρουσιάζουν τις απόψεις των πολιτικών κομμάτων, όσων εκπροσωπούνται στην Ελληνική Βουλή και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, επί χρονικό διάστημα το οποίο να προσεγγίζει την αναλογία προτιμήσεως του εκλογικού σώματος, όπως αυτή προκύπτει από τις εκάστοτε κοινοβουλευτικές εκλογές.

 

Έκτοτε και με βάση αυτή την οδηγία, το ΕΣΡ συντάσσει και καταθέτει στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής τον ετήσιο απολογισμό του, στον οποίο παρουσιάζει την ποσοστιαία χρονική εμφάνιση των κοινοβουλευτικών κομμάτων και των στελεχών τους, σε καθέναν από τους τηλεοπτικούς σταθμούς πανελλήνιας εμβέλειας. Από τους απολογισμούς αυτούς φαίνεται καθαρά, ότι τα μικρότερα κόμματα, σχεδόν εξαφανίζονται από τους τηλεοπτικούς σταθμούς πανελλήνιας εμβέλειας.

 

Εδώ ακριβώς εισέρχεται στη διαδικασία το ΣτΕ. Συγκεκριμένα, και έπειτα από συνεχείς καταγγελίες, των μικρότερων κυρίως κομμάτων, το ΕΣΡ έχει επιβάλει στο παρελθόν, σε βάρος των τηλεοπτικών καναλιών, κάποιες ποινές, τις περισσότερες φορές απλά «χάδια». Παρόλα αυτά, οι τηλεοπτικοί σταθμοί έχουν προσφύγει στο ΣτΕ εναντίον των αποφάσεων του ΕΣΡ. Το δε ΣτΕ, με μια σειρά αποφάσεων, που αποτελούν πλέον νομολογία του (ΣτΕ 3620, 3621/2008, 240, 243, 245, 248, 249, 250, 255/2012, 4152/2015, 1962, 2139/2019, 27/2020), έχει απορρίψει σχεδόν όλες τις αποφάσεις του ΕΣΡ, καθόσον δεν αναγνωρίζει το ποσοτικό κριτήριο του ΕΣΡ για τον χρόνο εμφάνισης των κομμάτων και των στελεχών τους στους τηλεοπτικούς σταθμούς, ως στοιχείο της πολιτικής πολυφωνίας, αλλά απαιτεί ποιοτικά κριτήρια, όπως αυτό το ίδιο ερμηνεύει τις ανωτέρω νομοθετικές διατάξεις.

 

Θα απαιτούταν πολύ χώρος για να αναπτυχθεί επακριβώς το σκεπτικό του ΣτΕ για τα απαιτούμενα από το ίδιο ποιοτικά κριτήρια. Με λίγα λόγια όμως, στην ουσία επιτρέπει στους τηλεοπτικούς σταθμούς να κρίνουν εκείνοι αυθαίρετα τι πρέπει να μεταδοθεί και τι όχι, καθώς και ποιο πολιτικό πρόσωπο πρέπει να καλέσουν και ποιο όχι. Απαιτεί επιπλέον ότι, η όποια παραβατική συμπεριφορά, του όποιου τηλεοπτικού σταθμού, να επαναλαμβάνεται επί μακρό χρονικό διάστημα, εναντίον του διαμαρτυρηθέντος κόμματος και να περιέχονται στην απόφαση του ΕΣΡ, συγκεκριμένα γεγονότα που να παρουσιάζουν πολιτικό ενδιαφέρον και τα οποία γεγονότα δεν μετέδωσε ο συγκεκριμένος τηλεοπτικός σταθμός. Αλλά και πάλι και αυτό να γίνει, θα κριθεί από το ΣτΕ εάν τα μη μεταδοθέντα γεγονότα και οι μη μεταδοθείσες πολιτικές απόψεις, ήταν άξια λόγου θέματα για να τα μεταδώσει ο τηλεοπτικός σταθμός. Και όλα αυτά, για να επιβληθεί στο τέλος ίσως κάποια απλή σύσταση.

 

Δεν απαιτούνται φυσικά ειδικές νομικές γνώσεις, αλλά απλή κοινή λογική, για να αντιληφθεί κάποιος, ότι εδώ πέρα, στην ουσία οι τηλεοπτικοί σταθμοί τίθενται στο απυρόβλητο από το ίδιο το ΣτΕ και μπορούν πλέον να χειρίζονται εκείνοι, όπως νομίζουν, την λεγόμενη πολιτική πολυφωνία.

 

Το ΕΣΡ από την πλευρά του, ωσάν να μην λαμβάνει υπόψη του τις αποφάσεις του ΣτΕ, εξακολουθεί αφενός να εκδίδει αποφάσεις εναντίον των τηλεοπτικών σταθμών με βάση το ίδιο ποσοτικό κριτήριο, για την μη τήρηση της πολιτικής πολυφωνίας (το οποίο κατά τη γνώμη μου είναι απόλυτα ορθό), ενώ γνωρίζει εκ των προτέρων ότι θα ακυρωθούν οι αποφάσεις του, αφετέρου εξακολουθεί να παρουσιάζει στη Βουλή απολογισμούς βασιζόμενες στο ανωτέρω ποσοτικό κριτήριο και να ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει νομοθετικό πλαίσιο για να πράξει διαφορετικά.

 

Και κάπου εδώ μπαίνει στο παιχνίδι και η εκάστοτε κυβέρνηση, η οποία, ως προερχόμενη από μεγάλο κόμμα εξουσίας, ουδόλως ενδιαφέρεται να δώσει τηλεοπτική εμφάνιση στα μικρότερα κόμματα. Έτσι, αφήνει ανέπαφο το πιο πάνω θολό νομικό τοπίο και δεν θεσμοθετεί με νόμο το ποσοτικό κριτήριο του ΕΣΡ, ώστε να δεσμεύσει νομικά τόσο το ΕΣΡ, όσο και τους τηλεοπτικούς σταθμούς και το ΣτΕ.

 

Ανάμεσα λοιπόν στο ανωτέρω τρίγωνο, όπου βολεύονται όλοι με το υπάρχον καθεστώς, η δύστυχη πολιτική πολυφωνία έχει κάπου χαθεί. Η κυβέρνηση, δεν νομοθετεί ποσοτικά κριτήρια, το ΕΣΡ βολεύεται να εκδίδει συνεχώς αποφάσεις που ακυρώνονται από το ΣτΕ και τελικά το ΣτΕ, διαθέτοντας από το Σύνταγμα και το νόμο το ανεύθυνο και το ανέλεγκτο της κρίσης του, δεν υιοθετεί το ποσοτικό κριτήριο του ΕΣΡ, αλλά με κάποια αόριστα δήθεν ποιοτικά κριτήρια, επιτρέπει στην ουσία στα ραδιοτηλεοπτικά ΜΜΕ να φιμώνουν τα μικρότερα κόμματα και να καταργούν την αιτούμενη πολιτική πολυφωνία. Και οι τρεις ανωτέρω παράγοντες, αν τους ρωτήσεις, θα απαντήσουν ότι κάνουν νόμιμα τη δουλειά τους. Και όντως την κάνουν. Η κυβέρνηση θα πει ότι διαθέτει νομικό πλαίσιο (άσχετα του τι είναι αυτό), το ΕΣΡ, ως ανεύθυνη “ανεξάρτητη” αρχή, θα πει ότι έχει εκδώσει την ανωτέρω οδηγία και αποφασίζει με βάση αυτή και το ΣτΕ θα πει ότι, ως ανεύθυνο και ανέλεγκτο στην κρίση του ανώτατο δικαστήριο, ερμηνεύει τα πράγματα όπως εκείνο νομίζει.

 

Και οι τρεις λοιπόν κάνουν τη δουλειά τους, όμως το αποτέλεσμα της δουλειάς τους, σε ότι αφορά στην προαγωγή και προστασία της πολιτικής πολυφωνίας, είναι μηδέν. Έτσι ακριβώς δουλεύει ολόκληρο το σύστημα της Ελλάδας, γι’ αυτό και είμαστε στη σημερινή κατάσταση. Τελικά, ποιος άραγε κυβερνά αυτόν τον τόπο;

 

ΥΓ. Το κόμμα της Ελληνικής Λύσης έχει ήδη συντάξει πρόταση νόμου για τη θεσμοθέτηση ποσοτικών κριτηρίων και συγκεκριμένων ποινών. Όμως η κυβέρνηση της ΝΔ κωφεύει.

 

 

Διαβάστε την συνέχεια του άρθρου...
Shares