Οι ΗΠΑ ψάχνουν «έξοδο» από το Ιράν: Ο στρατηγός Κέιν προειδοποιεί για τα όρια της στρατιωτικής κλιμάκωσης

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Οι ΗΠΑ ψάχνουν «έξοδο» από το Ιράν: Ο στρατηγός Κέιν προειδοποιεί για τα όρια της στρατιωτικής κλιμάκωσης

Σχεδόν έξι μήνες μετά την έναρξη του πολέμου με το Ιράν, η Ουάσιγκτον βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα ολοένα δυσκολότερο στρατηγικό ερώτημα: μέχρι πού μπορεί να συνεχιστεί η στρατιωτική κλιμάκωση και με ποιο πραγματικό πολιτικό αποτέλεσμα;

Στο ανώτατο επίπεδο της αμερικανικής στρατιωτικής και πολιτικής ηγεσίας φαίνεται πλέον να ενισχύεται ο προβληματισμός για την πορεία της σύγκρουσης. Σύμφωνα με πληροφορίες που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, ο πρόεδρος του Μικτού Επιτελείου των Ενόπλων Δυνάμεων των ΗΠΑ, στρατηγός Νταν Κέιν, έχει επισημάνει σε κορυφαίους αξιωματούχους της κυβέρνησης Τραμπ την ανάγκη αναζήτησης μιας πιθανής «εξόδου», καθώς οι επιλογές περαιτέρω κλιμάκωσης συνοδεύονται από σοβαρούς στρατιωτικούς και γεωπολιτικούς κινδύνους.

Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς οι επιφυλάξεις για τη συνέχιση και την ένταση των στρατιωτικών επιχειρήσεων φαίνεται να εκφράζονται πλέον και στο εσωτερικό του ίδιου του αμερικανικού μηχανισμού εθνικής ασφάλειας.

Η αεροπορική υπεροχή δεν εγγυάται πολιτική νίκη

Το βασικό πρόβλημα που φαίνεται να απασχολεί την αμερικανική στρατιωτική ηγεσία είναι ότι ακόμη και η συντριπτική αεροπορική υπεροχή των Ηνωμένων Πολιτειών δεν συνεπάγεται αυτομάτως την επίτευξη των πολιτικών στόχων της Ουάσιγκτον. Ο ίδιος ο Κέιν έχει επισημάνει δημοσίως, κατά τη διάρκεια κοινοβουλευτικής ακρόασης, ότι η αεροπορική ισχύς έχει όρια.

Ο Αμερικανός στρατηγός φέρεται να έχει συζητήσει τους κινδύνους μιας νέας κλιμάκωσης με κορυφαία στελέχη της κυβέρνησης, μεταξύ των οποίων ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο και ο διευθυντής της CIA Τζον Ράτκλιφ.

Το ερώτημα που τίθεται πλέον στην Ουάσιγκτον είναι εξαιρετικά δύσκολο: εάν οι αεροπορικές επιχειρήσεις δεν επαρκούν για να εξαναγκάσουν την Τεχεράνη σε συμφωνία με τους αμερικανικούς όρους και η ανάπτυξη μεγάλων χερσαίων δυνάμεων θεωρείται πολιτικά και στρατιωτικά εξαιρετικά επικίνδυνη, ποια μπορεί να είναι η επόμενη κίνηση;

Ο φόβος ενός στρατιωτικού «μπούμερανγκ»

Μεταξύ των βασικών ανησυχιών της αμερικανικής ηγεσίας βρίσκεται το ενδεχόμενο μια νέα επίθεση μεγάλης κλίμακας να μην οδηγήσει σε υποχώρηση του Ιράν, αλλά αντίθετα να προκαλέσει νέο κύκλο αντιποίνων και ακόμη μεγαλύτερη περιφερειακή αποσταθεροποίηση.

Οι κίνδυνοι δεν περιορίζονται μόνο στο αμερικανικό στρατιωτικό προσωπικό. Κράτη του Κόλπου έχουν εκφράσει φόβους για επιθέσεις εναντίον ενεργειακών εγκαταστάσεων, λιμανιών και άλλων κρίσιμων υποδομών τους σε περίπτωση νέας αμερικανικής κλιμάκωσης.

Οι ανησυχίες αυτές έχουν άμεση οικονομική διάσταση. Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους θαλάσσιους διαδρόμους του παγκόσμιου ενεργειακού εμπορίου και οποιαδήποτε σοβαρή διαταραχή μπορεί να μεταφερθεί ταχύτατα στις τιμές της ενέργειας, στα ναύλα, στο κόστος ασφάλισης των πλοίων και τελικά στις επιχειρήσεις και στους καταναλωτές.

Το κρίσιμο πρόβλημα των πυρομαχικών

Ακόμη μεγαλύτερη σημασία αποκτά ο παράγοντας των αμερικανικών αποθεμάτων. Οι συνεχείς επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή έχουν αυξήσει σημαντικά την κατανάλωση προηγμένων πυραύλων αναχαίτισης και άλλων κρίσιμων πυρομαχικών.

Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι τα αποθέματα πυραύλων για συστήματα όπως τα Patriot βρίσκονται υπό αυξανόμενη πίεση, καθώς οι ανάγκες έχουν πολλαπλασιαστεί λόγω των παράλληλων στρατιωτικών δεσμεύσεων στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή. Παράλληλα, σημαντικό μέρος των διαθέσιμων αναχαιτιστικών έχει χρησιμοποιηθεί και από συμμάχους των ΗΠΑ στον Κόλπο για την αντιμετώπιση επιθέσεων.

Αυτό μεταβάλλει ουσιαστικά τον στρατηγικό υπολογισμό. Δεν αρκεί μια στρατιωτική δύναμη να διαθέτει την ικανότητα να εξαπολύσει μια νέα επίθεση. Πρέπει ταυτόχρονα να μπορεί να αντιμετωπίσει τα αντίποινα, να προστατεύσει τις βάσεις και τους συμμάχους της και να διατηρήσει επαρκή αποθέματα για μια σύγκρουση άγνωστης διάρκειας.

Ο Τραμπ δεν αποκλείει νέα χτυπήματα

Παρά τις επιφυλάξεις που εμφανίζονται στο εσωτερικό της αμερικανικής κυβέρνησης, δεν προκύπτει ότι ο Ντόναλντ Τραμπ έχει εγκαταλείψει την επιλογή νέων στρατιωτικών πληγμάτων.

Η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να διατηρεί στρατιωτικά σενάρια στο τραπέζι. Ο Κέιν φέρεται μάλιστα να έχει καταστήσει σαφές ότι οι αμερικανικές Ένοπλες Δυνάμεις διαθέτουν τη δυνατότητα να προκαλέσουν τεράστιες καταστροφές σε κρίσιμες ιρανικές υποδομές, εφόσον δοθεί σχετική πολιτική εντολή.

Η στρατιωτική δυνατότητα, όμως, δεν ταυτίζεται με τη στρατηγική σκοπιμότητα. Και ακριβώς εκεί βρίσκεται πλέον το κρίσιμο ζήτημα: όχι στο εάν οι ΗΠΑ μπορούν να πλήξουν ακόμη σκληρότερα το Ιράν, αλλά στο τι θα ακολουθήσει μετά το πλήγμα και εάν αυτό θα φέρει πραγματικά πιο κοντά το τέλος του πολέμου.

Η διπλωματία επιστρέφει στο προσκήνιο

Την ίδια στιγμή, οι εξελίξεις γύρω από τα Στενά του Ορμούζ δείχνουν ότι η διπλωματική οδός παραμένει ενεργή. Το τελευταίο διάστημα καταγράφονται προσπάθειες για την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ Ιράν και Ομάν με στόχο την αποκατάσταση της απρόσκοπτης εμπορικής ναυσιπλοΐας στα Στενά.

Μια τέτοια συμφωνία θα μπορούσε να αποτελέσει το πρώτο ουσιαστικό βήμα μιας ευρύτερης αποκλιμάκωσης και ταυτόχρονα να προσφέρει στην κυβέρνηση Τραμπ τη δυνατότητα να παρουσιάσει ένα πολιτικό αποτέλεσμα χωρίς να οδηγηθεί σε ακόμη μεγαλύτερη και πιθανώς πολυετή στρατιωτική εμπλοκή.

Το δύσκολο ερώτημα της επόμενης ημέρας

Η σύγκρουση με το Ιράν αποδεικνύει για ακόμη μία φορά ότι η στρατιωτική υπεροχή δεν συνεπάγεται από μόνη της και πολιτικό έλεγχο των εξελίξεων. Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν τη μεγαλύτερη στρατιωτική μηχανή στον κόσμο, όμως βρίσκονται τώρα αντιμέτωπες με πιέσεις στα αποθέματα πυρομαχικών, με τον κίνδυνο περιφερειακής ανάφλεξης και με ένα βασικό ερώτημα για το οποίο δεν φαίνεται ακόμη να υπάρχει ξεκάθαρη απάντηση: ποια ακριβώς θα μπορούσε να είναι η τελική μορφή μιας αμερικανικής «νίκης» στο Ιράν;

Η συζήτηση για αναζήτηση μιας «εξόδου» δεν σημαίνει ότι η Ουάσιγκτον έχει αποφασίσει να τερματίσει τον πόλεμο ούτε ότι εγκαταλείπει τη στρατιωτική επιλογή. Καταδεικνύει, όμως, ότι στο εσωτερικό της αμερικανικής ηγεσίας υπάρχει πλέον σοβαρός προβληματισμός για το κατά πόσο μια νέα κλιμάκωση θα εξυπηρετούσε τους επιδιωκόμενους στόχους ή θα δημιουργούσε ακόμη μεγαλύτερα προβλήματα.

Ύστερα από σχεδόν έξι μήνες πολέμου, το κρίσιμο ερώτημα για την Ουάσιγκτον δεν είναι πλέον πόσο ισχυρά μπορεί να πλήξει το Ιράν. Είναι εάν διαθέτει ένα ρεαλιστικό σχέδιο για το πώς μπορεί να τελειώσει μια σύγκρουση που αποδεικνύεται πολύ δυσκολότερη από μια σειρά αεροπορικών επιδρομών.