Η ΤΟΥΡΚΙΑ ΒΡΙΣΚΕΙ «ΔΙΑΔΡΟΜΟ» ΓΙΑ ΤΟ ΡΩΣΙΚΟ ΑΕΡΙΟ: ΚΥΡΩΣΕΙΣ ΣΤΑ ΧΑΡΤΙΑ, ΠΛΗΡΩΜΕΣ ΣΤΗΝ ΠΡΑΞΗ

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

 

Η Τουρκία εμφανίζεται να κινείται για ακόμη μία φορά στη γνώριμη γκρίζα ζώνη ανάμεσα στη Δύση και τη Ρωσία, αναζητώντας τρόπους να διατηρήσει ανοιχτή την ενεργειακή της σχέση με τη Μόσχα, παρά το αυστηρό πλαίσιο των δυτικών κυρώσεων.

Σύμφωνα με αποκαλύψεις που βασίζονται σε εσωτερικά έγγραφα και επικαλείται το ρωσικό ερευνητικό μέσο Proekt, η Άγκυρα φέρεται να αξιοποιεί την πλατφόρμα πληρωμών A7, ένα σύνθετο χρηματοοικονομικό σχήμα που συνδέεται με τον φυγόδικο Μολδαβό ολιγάρχη Ιλάν Σορ, προκειμένου να συνεχίσει τις πληρωμές για ρωσικό φυσικό αέριο χωρίς να εκτίθεται άμεσα στο καθεστώς των κυρώσεων.

Το δίκτυο που περιγράφεται δεν είναι απλό. Περιλαμβάνει τουρκικές, ρωσικές και κιργιζικές εταιρείες, θυγατρικές ενεργειακών κολοσσών όπως η Gazprom και η Rosatom, αλλά και την τουρκική κρατική τράπεζα Emlak, η οποία φέρεται να λειτουργεί ως κρίσιμος κόμβος στη διαδρομή των χρημάτων.

Η εικόνα που σχηματίζεται είναι σαφής: οι κυρώσεις υπάρχουν, αλλά η ανάγκη για ενέργεια βρίσκει πάντα παρακαμπτήριες οδούς.

Η Άγκυρα υπολογίζεται ότι καταβάλλει στη Μόσχα ποσά που κυμαίνονται από 3 έως 10 δισ. δολάρια ετησίως για την προμήθεια φυσικού αερίου. Μετά την επιβολή αμερικανικών κυρώσεων αποκλεισμού στην Gazprombank τον Νοέμβριο του 2024, οι παραδοσιακές διαδρομές πληρωμών έγιναν πολύ πιο δύσκολες. Η συγκεκριμένη τράπεζα είχε έως τότε κεντρικό ρόλο στη διαχείριση συναλλαγών για ρωσικές εξαγωγές πρώτων υλών, μεταξύ αυτών και το φυσικό αέριο.

Εκεί φαίνεται πως εισέρχεται το σχήμα της A7.

Με βάση τα στοιχεία που παρουσιάζονται, οι τουρκικές εταιρείες μεταφέρουν αρχικά κεφάλαια στη θυγατρική της Gazprom στην Τουρκία, τη ZMB Gaz Depo A.S., μέσω λογαριασμού στην Emlak. Στη συνέχεια, τα χρήματα κατευθύνονται προς την «Εμπορική Εταιρεία της Δημοκρατίας του Κιργιζιστάν», μια κρατική οντότητα που εμφανίζεται να έχει κομβικό ρόλο στη λειτουργία του μηχανισμού.

Από εκεί, ένα μέρος των κεφαλαίων φέρεται να διοχετεύεται στην τουρκική θυγατρική της Rosatom, την Akkuyu Nukleer A.S., με επίσημη αιτιολογία τη χρηματοδότηση του υπό κατασκευή πυρηνικού σταθμού στο Άκουγιου. Το υπόλοιπο ποσό, σύμφωνα με τα ίδια έγγραφα, καταλήγει στη Gazprom μέσω περίπλοκων offshore διαύλων, καθιστώντας δυσχερή την πλήρη ιχνηλάτηση της τελικής διαδρομής των χρημάτων.

Η υπόθεση δείχνει πόσο δύσκολο είναι στην πράξη να εφαρμοστούν οι κυρώσεις όταν απέναντί τους βρίσκονται κράτη με ισχυρά ενεργειακά συμφέροντα, ολιγάρχες, κρατικές τράπεζες και εταιρικά σχήματα που λειτουργούν σε πολλαπλές δικαιοδοσίες.

Ο Τούρκος υπουργός Ενέργειας Αλπασλάν Μπαϊρακτάρ είχε ήδη παραδεχθεί δημοσίως ότι οι κυρώσεις στην Gazprombank θα μπορούσαν να δημιουργήσουν σοβαρό πρόβλημα στην Τουρκία, καθώς περίπου το 40% των ενεργειακών αναγκών της χώρας καλύπτεται από ρωσικό αέριο. Με άλλα λόγια, η Άγκυρα δεν είχε απλώς οικονομικό κίνητρο να βρει λύση. Είχε ενεργειακή ανάγκη.

Το πρόβλημα για την Τουρκία ήταν διπλό. Από τη μία πλευρά, δεν μπορούσε εύκολα να διακόψει ή να περιορίσει δραστικά τις πληρωμές προς τη Ρωσία. Από την άλλη, οι συναλλαγές με ρωσικά τραπεζικά ιδρύματα δημιουργούσαν κίνδυνο δευτερογενών κυρώσεων από τις ΗΠΑ. Γι’ αυτό και η Άγκυρα φέρεται να αναζήτησε επανειλημμένα από την Ουάσιγκτον ειδικό «παράθυρο» συνέχισης των πληρωμών, μέχρι να βρεθεί εναλλακτικός μηχανισμός.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και το μοντέλο των άτοκων συμψηφισμών που είχε περιγράψει ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν μετά από επαφές με τον Βλαντίμιρ Πούτιν. Η λογική του είναι απλή αλλά πολιτικά φορτισμένη: μέρος των τουρκικών πληρωμών για φυσικό αέριο επιστρέφει, με έμμεσο τρόπο, στη χρηματοδότηση του πυρηνικού σταθμού στο Άκουγιου, ενός έργου στρατηγικής σημασίας για τις ρωσοτουρκικές σχέσεις.

Έτσι, η Τουρκία εμφανίζεται να πετυχαίνει έναν διπλό στόχο. Συνεχίζει να τροφοδοτείται ενεργειακά από τη Ρωσία και ταυτόχρονα αποφεύγει, τουλάχιστον σε επίπεδο τυπικής εικόνας, την ευθεία παραβίαση των δυτικών περιορισμών. Πρόκειται για την κλασική πολιτική ισορροπίας της Άγκυρας: αρκετά κοντά στη Δύση για να παραμένει χρήσιμη, αρκετά κοντά στη Ρωσία για να μην κόβει τους δικούς της διαύλους ισχύος.

Η υπόθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν ιδωθεί μέσα στο ευρύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο. Η Τουρκία επιχειρεί να εμφανίζεται ως εν δυνάμει διαμεσολαβητής στον πόλεμο της Ουκρανίας, ενώ την ίδια στιγμή διατηρεί κρίσιμη ενεργειακή και οικονομική σχέση με τη Μόσχα. Παράλληλα, οι εντάσεις με την Ελλάδα παραμένουν στοιχείο που επιβαρύνει διαρκώς την εικόνα της Άγκυρας στη Δύση.

Η στάση αυτή δεν είναι νέα. Η Τουρκία του Ερντογάν έχει επενδύσει εδώ και χρόνια σε μια εξωτερική πολιτική πολλαπλών ταχυτήτων: σύμμαχος στο ΝΑΤΟ, συνομιλητής της Ρωσίας, περιφερειακός παίκτης στη Μέση Ανατολή, ενεργειακός κόμβος στην Ανατολική Μεσόγειο και ταυτόχρονα χώρα που δοκιμάζει συστηματικά τα όρια των διεθνών συμμαχιών της.

Το ζήτημα της A7 και των πληρωμών για το ρωσικό φυσικό αέριο αποκαλύπτει ακριβώς αυτό το μοντέλο. Μια χώρα που θέλει τα οφέλη της δυτικής αρχιτεκτονικής ασφαλείας, αλλά δεν θέλει να πληρώσει πλήρως το κόστος της ευθυγράμμισης με τη Δύση. Μια χώρα που επικαλείται τη στρατηγική της αυτονομία, αλλά στην πράξη εξαρτάται ενεργειακά από τη Μόσχα.

Το ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο αν η Τουρκία παρακάμπτει τις κυρώσεις. Είναι αν η Δύση είναι διατεθειμένη να αναγνωρίσει ότι το καθεστώς κυρώσεων έχει ήδη μετατραπεί σε πεδίο τεχνικών εξαιρέσεων, ενδιάμεσων σχημάτων και πολιτικών ανοχών.

Γιατί όταν τα χρήματα συνεχίζουν να φτάνουν στον προορισμό τους, όσο περίπλοκη κι αν είναι η διαδρομή, τότε οι κυρώσεις παύουν να είναι τείχος. Γίνονται απλώς λαβύρινθος.