Κυριακή , 20 Ιουνίου 2021

Η «ψευδαίσθηση» της αριστείας

Σε μαθητές/τριες που επιτυγχάνουν βαθμό ετήσιας προόδου «άριστα» απονέμεται, μετά από απόφαση του Συλλόγου Διδασκόντων/ουσών, «Αριστείο Προόδου». Ένας μαθητής θεωρείται «άριστος» όταν η γενική του βαθμολογία είναι από 18,5 και πάνω (παρ. 4 του άρθρου 2 του ΠΔ 465/1981 , ΦΕΚ 129/Α/15-5-1981).  

Γράφει ο Βασίλης Γκιμίσης – M.Ed. Μαθηματικός

Για το σχολικό έτος 2012-2013 βραβεία προόδου θα δοθούν σε 49.480 μαθητές.

Ο συνολικός αριθμός των μαθητών σε γυμνάσια, ενιαία και επαγγελματικά λύκεια ανέρχονταν σε 687784 μαθητές, οπότε οι αριστούχοι ήταν το 7,2% του συνόλου των μαθητών. Αυτός ο αριθμός παρέμενε σταθερός ως τη σχολική χρονιά 2015-16. Εκείνη τη χρονιά ο αριθμός των αριστούχων μαθητών παρουσιάζει απότομη αύξηση η οποία συνεχίστηκε και τις επόμενες χρονιές.

Η εξήγηση σχετίζεται, σε μεγάλο βαθμό, στην αλλαγή του τρόπου προαγωγής και απόλυσης στο Γυμνάσιο και Λύκειο. Στο ότι με το προεδρικό διάταγμα 126/2016 τα γραπτώς εξεταζόμενα μαθήματα στις ανακεφαλαιωτικές προαγωγικές και απολυτήριες εξετάσεις του Γυμνασίου, από 12 για την Α΄ τάξη και 13 για τις Β΄ και Γ΄ τάξεις γίνονται 4.

Στο Γενικό Λύκειο από το σχολικό έτος 2018–2019 τα γραπτώς εξεταζόμενα μαθήματα στις ανακεφαλαιωτικές προαγωγικές γίνονται 8 από 12 για την Α΄ τάξη, 6 από 16 για τη Β΄ τάξη και 4 από 14 για τη Γ΄ τάξη.

Η σχολική χρονιά 2019-2020 ήταν προφανώς ιδιάζουσα λόγω της πανδημίας του covid-19. Οι αριστούχοι ήταν 227.100 σε σύνολο μαθητών 680.000. Δηλαδή το 33,4% των μαθητών ήταν αριστούχοι. Ο λόγος προφανής. Δεν έγιναν ανακεφαλαιωτικές προαγωγικές και απολυτήριες εξετάσεις στα Γυμνάσια και τα Λύκεια και οι τελικοί βαθμοί διαμορφώνονται από προφορικούς βαθμούς (που ως επί το πλείστον είναι υψηλότεροι από τους γραπτούς). Ένας άλλος παράγοντας που οδηγεί σε υψηλότερες βαθμολογία είναι η πίεση που ασκείται από τους γονείς των μαθητών προς τους εκπαιδευτικούς για το σκοπό αυτό.

Ο μεγάλος αριθμός βραβευθέντων τα προηγούμενα χρόνια είναι αναντίστοιχος με την εικόνα που παρουσιάζουν οι Έλληνες μαθητές στους διεθνείς διαγωνισμούς (PISA 2015 και 2018). Στις βαθμίδες 5 και 6, που κατατάσσονται οι μαθητές με τις καλύτερες επιδόσεις και στα τρία θέματα εξέτασης (κατανόηση κειμένου, μαθηματικά και φυσικές επιστήμες) βρέθηκε μόνο το 0,9% των μαθητών Ελλήνων μαθητών που συμμετείχαν.

Η αναντιστοιχία εμφανίζεται έντονα και στις στατιστικές των πανελληνίων εξετάσεων, για την εισαγωγή των μαθητών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Τα τελευταία χρόνια ο ένας στους τρεις έχει μέσο όρο κάτω από τη βάση. Πέρυσι, που είχαμε 45.300 περισσότερους αριστούχους, στις πανελλήνιες εξετάσεις οι μισοί μαθητές έγραψαν κάτω από τη βάση. Ειδικότερα στα Μαθηματικά των Σπουδών Οικονομίας και Πληροφορικής κάτω από τη βάση έγραψε το 75,59% των υποψηφίων.

Με δεδομένο ότι και φέτος εξ’ αιτίας της πανδημίας δεν θα διεξαχθούν και πάλι ανακεφαλαιωτικές προαγωγικές και απολυτήριες εξετάσεις στα Γυμνάσια και τα Λύκεια, το φαινόμενο αναμένεται να διατηρηθεί ή/και να ενταθεί για ένα ακόμη λόγο. Από φέτος, οι τελειόφοιτοι και οι απόφοιτοι που θα συμμετάσχουν στις πανελλήνιες, έχουν δικαίωμα να συμπληρώσουν και το μηχανογραφικό για την εισαγωγή σε κάποιο ΙΕΚ (Ν. 4777/2021, άρθρο 4). Ένα από τα βασικά κριτήρια επιλογής είναι και ο βαθμός του απολυτηρίου της Γ’ Λυκείου. Αυτό θα έχει ως συνέπεια, η πίεση στους καθηγητές για υψηλή βαθμολογία να είναι αυξημένη.

Όμως, η ψευδής εικόνα καλλιεργείται από το ίδιο το σχολείο με τα αριστεία και τα βραβεία είναι λάθος. Η καλλιέργεια της ψευδούς εντύπωσης που δημιουργείται στους μαθητές και τους γονείς τους, από τους «καλούς βαθμούς», έχει σαν συνέπεια τις αυξημένες προσδοκίες οι οποίες αργά ή γρήγορα διαψεύδονται.

Διαβάστε την συνέχεια του άρθρου...
Shares