Η Γερμανία σε αναζήτηση νέων συμμαχιών: όταν οι παραδοσιακές βεβαιότητες της παγκόσμιας οικονομίας κλονίζονται

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

 

Η Γερμανία καλείται να επαναπροσδιορίσει τη διεθνή της στρατηγική σε μια περίοδο αυξανόμενης γεωπολιτικής και οικονομικής αβεβαιότητας, καθώς οι συμμαχίες που για δεκαετίες θεωρούνταν δεδομένες εμφανίζουν σημάδια αποδυνάμωσης. Το μήνυμα αυτό εξέπεμψε η υπουργός Οικονομίας και Ενέργειας, Katherina Reiche, υπογραμμίζοντας ότι το Βερολίνο οφείλει να αναζητήσει νέους εταίρους, χωρίς όμως να διαρρήξει πλήρως τις υφιστάμενες σχέσεις του.

Μιλώντας σε ενεργειακή σύνοδο στο Βερολίνο, η Reiche τόνισε ότι η παγκόσμια τάξη πραγμάτων έχει καταστεί πιο απρόβλεπτη, με τις εμπορικές εντάσεις και τους εισαγωγικούς δασμούς να διαβρώνουν την εμπιστοσύνη μεταξύ παραδοσιακών συμμάχων. Οι σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ιδίως μετά την επιβολή δασμών από την κυβέρνηση Τραμπ σε βασικούς εταίρους όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση και ο Καναδάς, αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μεταβολής.

Η Γερμανίδα υπουργός επεσήμανε ότι η απάντηση σε αυτή την πραγματικότητα δεν είναι η απομόνωση ή η ρήξη, αλλά η προσαρμογή. «Η συνεργασία παραμένει αναγκαία, ακόμη και όταν είναι δύσκολη», ήταν το μήνυμα, με σαφή όμως έμφαση στην ανάγκη διεύρυνσης του δικτύου οικονομικών και πολιτικών σχέσεων. Στο πλαίσιο αυτό, η Γερμανία στρέφει το βλέμμα της προς νέες ή υποτιμημένες μέχρι σήμερα αγορές και εταίρους.

Μεταξύ των περιοχών που ανέφερε η Reiche ως στρατηγικής σημασίας συγκαταλέγονται η Νότια Αμερική, η Ινδία, η Μέση Ανατολή, ο Καναδάς και η Αυστραλία, καθώς και χώρες της Ασίας, όπως η Μαλαισία. Η επιλογή αυτή αντανακλά την επιθυμία του Βερολίνου να μειώσει την εξάρτησή του από περιορισμένο αριθμό εμπορικών αξόνων και να ενισχύσει την ανθεκτικότητα της γερμανικής οικονομίας σε εξωτερικούς κραδασμούς.

Η ανάγκη για νέες συμμαχίες συνδέεται άμεσα με τις εσωτερικές οικονομικές προκλήσεις της χώρας. Η Γερμανία, η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης, αντιμετωπίζει χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, με τις προβλέψεις να δείχνουν ότι η αύξηση του ΑΕΠ τα επόμενα χρόνια θα στηριχθεί κυρίως σε επενδύσεις στην άμυνα και τις υποδομές, οι οποίες χρηματοδοτούνται μέσω δανεισμού. Όπως προειδοποίησε η Reiche, ρυθμοί ανάπτυξης της τάξης του 1% έως 1,5% δεν μπορούν να θεωρηθούν βιώσιμοι μακροπρόθεσμα.

Στο ίδιο πνεύμα, οι επικαιροποιημένες εκτιμήσεις της κυβέρνησης αναμένεται να αποτυπώσουν μια πιο συγκρατημένη εικόνα για το 2026, με μείωση της πρόβλεψης ανάπτυξης, ενώ μια ήπια ανάκαμψη μετατίθεται χρονικά για το 2027. Τα στοιχεία αυτά ενισχύουν την αίσθηση ότι η εξωτερική οικονομική πολιτική δεν αποτελεί απλώς ζήτημα διπλωματίας, αλλά κρίσιμο εργαλείο για την εγχώρια ανάπτυξη.

Η τοποθέτηση της Reiche αποκαλύπτει μια Γερμανία που αντιλαμβάνεται ότι το μοντέλο της εξαγωγικής ισχύος, βασισμένο σε σταθερές και προβλέψιμες συμμαχίες, δεν μπορεί πλέον να θεωρείται αυτονόητο. Σε έναν κόσμο όπου οι γεωπολιτικές ισορροπίες μεταβάλλονται ταχύτερα από ποτέ, το Βερολίνο επιχειρεί να κινηθεί προληπτικά, οικοδομώντας νέες γέφυρες συνεργασίας, ώστε να διασφαλίσει τη θέση του σε ένα πιο κατακερματισμένο και ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον.

Αυτή η τοποθέτηση της Γερμανίας θίγει το θεσμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τόσο σε θεσμικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο.

Σε θεσμικό επίπεδο, η Ευρωπαϊκή Ένωση υποτίθεται ότι διαθέτει κοινή εμπορική πολιτική και, ολοένα περισσότερο, φιλοδοξεί να αποκτήσει ενιαία εξωτερική και γεωοικονομική στρατηγική.

Όταν όμως η Γερμανία, ως de facto ηγεμονική δύναμη της ΕΕ, μιλά ανοιχτά για αναζήτηση «νέων εταίρων» σε παγκόσμιο επίπεδο, το μήνυμα που εκπέμπεται είναι ότι τα κράτη-μέλη κινούνται πρωτίστως με εθνικά κριτήρια. Αυτό αποδυναμώνει την εικόνα της ΕΕ ως ενιαίου γεωπολιτικού δρώντα και ενισχύει την αντίληψη ότι η «κοινή πολιτική» παραμένει περισσότερο διακηρυκτική παρά επιχειρησιακή.

Σε πολιτικό επίπεδο, το ζήτημα είναι πιο σύνθετο. Αν δεχθούμε όπως συχνά υπονοείται διεθνώς, ότι η ΕΕ λειτουργεί υπό μια μορφή γερμανικής πρωτοκαθεδρίας, τότε οι δηλώσεις της υπουργού Οικονομίας αποκτούν βαρύτητα που υπερβαίνει το εθνικό πλαίσιο. Δεν εκλαμβάνονται απλώς ως γερμανική στρατηγική προσαρμογή, αλλά ως έμμεση παραδοχή ότι και η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση αδυνατεί να λειτουργήσει ως αυτάρκης, αξιόπιστος πόλος ισχύος σε έναν κατακερματισμένο κόσμο.

Εδώ αναδύεται το βασικό ευρωπαϊκό παράδοξο:

Από τη μία, η ΕΕ επιδιώκει στρατηγική αυτονομία, κοινή βιομηχανική πολιτική και ενιαία στάση απέναντι σε ΗΠΑ, Κίνα και αναδυόμενες αγορές.

Από την άλλη, τα ισχυρότερα κράτη-μέλη ,με πρώτη τη Γερμανία, διατηρούν την ικανότητα (και την πρόθεση) να χαράσσουν παράλληλες εθνικές στρατηγικές, όταν θεωρούν ότι τα συμφέροντά τους δεν εξυπηρετούνται επαρκώς σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η ΕΕ καταρρέει, αλλά ότι λειτουργεί περισσότερο ως πλατφόρμα συντονισμού παρά ως ενιαία συμπαγής οντότητα  με κοινή βούληση. Όσο η εξωτερική και οικονομική πολιτική παραμένει κατά βάση διακυβερνητική, η «ενιαία φωνή» θα υπονομεύεται κάθε φορά που ένα μεγάλο κράτος αναλαμβάνει πρωτοβουλίες μόνο του.

Τέλος, στο ερώτημα αν αυτό ενισχύει την άποψη ότι η ΕΕ είναι μια μορφή γερμανικής κυριαρχίας, η απάντηση είναι διττή:

  • Στο εσωτερικό της Ευρώπης, πολλές χώρες αντιλαμβάνονται τη γερμανική ισχύ ως καθοριστική αλλά όχι απόλυτη, καθώς απαιτούνται συμβιβασμοί.

  • Στο εξωτερικό, όμως, η Γερμανία συχνά ταυτίζεται με την ίδια την ΕΕ, με αποτέλεσμα κάθε μονομερής της κίνηση να εκλαμβάνεται ως ένδειξη ότι η Ένωση στερείται πραγματικής πολιτικής ενότητας.

Συμπερασματικά, οι δηλώσεις αυτές πλήττουν την εικόνα της ΕΕ ως γεωπολιτικής οντότητας, όχι επειδή είναι «λάθος» από γερμανικής σκοπιάς, αλλά επειδή αναδεικνύουν το διαχρονικό έλλειμμα: μια Ευρώπη οικονομικά ισχυρή, αλλά πολιτικά κατακερματισμένη, όπου η εθνική ισχύς του ισχυρού  προηγείται ακόμη της συλλογικής στρατηγικής.