Η Ευρώπη στη «γκρίζα ζώνη»: Σαμποτάζ, drones και υβριδικές απειλές αλλάζουν τους κανόνες ασφαλείας.

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Δεν υπάρχουν τεθωρακισμένες φάλαγγες που περνούν τα ευρωπαϊκά σύνορα ούτε επίσημη κήρυξη πολέμου. Υπάρχουν όμως εκρηκτικοί μηχανισμοί, drones, ύποπτες πυρκαγιές, κυβερνοεπιθέσεις, παρεμβολές στις επικοινωνίες, επιχειρήσεις παραπληροφόρησης και απόπειρες στρατολόγησης ανθρώπων στο εσωτερικό ευρωπαϊκών χωρών.

Η Ευρώπη των 27 και το ΝΑΤΟ καλούνται πλέον να αντιμετωπίσουν ένα εξαιρετικά σύνθετο πρόβλημα: μια αντιπαράθεση σχεδιασμένη ώστε κάθε μεμονωμένο περιστατικό να είναι δύσκολο να αποδοθεί, να μπορεί να παρουσιαστεί ως εγκληματική ενέργεια ή ατύχημα και, κυρίως, να παραμένει κάτω από το όριο που θα μπορούσε να ενεργοποιήσει μια κλασική στρατιωτική απάντηση.

Η σημερινή προειδοποίηση της Ύπατης εκπροσώπου της ευρωπαϊκής διπλωματίας, Κάγια Κάλας, ήταν σαφής. Σύμφωνα με τα όσα μεταδίδουν το Euronews και το Reuters, οι Βρυξέλλες εκτιμούν πως η Ρωσία σχεδιάζει περαιτέρω πράξεις σαμποτάζ στην Ευρώπη, με στόχο, όπως είπε και η ίδια η κ. Κάλας, να διχάσει τις ευρωπαϊκές κοινωνίες και να περιορίσει τη στήριξή τους προς την Ουκρανία.

Από τη Λειψία αλλάζει το επίπεδο της απειλής

Πολωνία και Βρετανία καλούν τους πρεσβευτές της Ρωσίας για την απόπειρα επίθεσης στη Λειψία

 

Το περιστατικό που περισσότερο από κάθε άλλο άλλαξε τη συζήτηση στην Ευρώπη συνέβη στις 4 Αυγούστου στο αεροδρόμιο Leipzig/Halle της Γερμανίας.

Drone που έφερε εκρηκτική ύλη στρατιωτικού τύπου εντοπίστηκε στον ασφαλή χώρο φορτίου του αεροδρομίου, κοντά σε ουκρανικό αεροσκάφος Antonov. Το Leipzig/Halle δεν αποτελεί απλώς ένα μεγάλο εμπορευματικό κέντρο· χρησιμοποιείται και για μεταφορές που συνδέονται με την Ουκρανία και το ΝΑΤΟ.

Στις αρχές Σεπτεμβρίου η γερμανική κυβέρνηση απέδωσε επισήμως την απόπειρα στη Ρωσία, επικαλούμενη στοιχεία από τις υπηρεσίες πληροφοριών και την αστυνομική έρευνα. Η Μόσχα απέρριψε τις κατηγορίες.

Η σημασία του περιστατικού δεν βρίσκεται μόνο στο ποιος θεωρείται υπεύθυνος. Βρίσκεται στη μετάβαση από την κατασκοπεία, τις κυβερνοεπιθέσεις ή την παραπληροφόρηση σε ένα μέσο ικανό να προκαλέσει ανθρώπινες απώλειες μέσα σε ένα από τα μεγαλύτερα αεροπορικά κέντρα της Ευρώπης.

Η βρετανική προειδοποίηση

Η Βρετανία προσφέρει ίσως την πιο χαρακτηριστική εικόνα του εύρους της νέας απειλής.

Στις 9 Σεπτεμβρίου η βρετανική εισαγγελική αρχή ανακοίνωσε ότι ένας 31χρονος κατηγορήθηκε βάσει της νομοθεσίας περί εθνικής ασφάλειας για φερόμενη παροχή βοήθειας σε ξένη υπηρεσία πληροφοριών και προπαρασκευαστικές ενέργειες σαμποτάζ. Σύμφωνα με την κατηγορία, είχε επικοινωνήσει με πρόσωπο που φέρεται να συνδέεται με το GRU Volunteer Corps, οργάνωση την οποία το Λονδίνο θεωρεί ότι ελέγχεται από τη ρωσική στρατιωτική υπηρεσία πληροφοριών. Η υπόθεση βρίσκεται ενώπιον της Δικαιοσύνης και οι κατηγορίες δεν συνιστούν καταδίκη.

Παράλληλα, στις 25 Σεπτεμβρίου η βρετανική κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι στελέχη επιχειρήσεων από κρίσιμους τομείς της οικονομίας και των εθνικών υποδομών θα κληθούν σε κλειστές ενημερώσεις από υπουργούς για τη ρωσική απειλή. Η κίνηση δείχνει ότι το Λονδίνο δεν αντιμετωπίζει πλέον το ζήτημα ως αποκλειστικά στρατιωτικό ή αντικατασκοπευτικό, αλλά ως απειλή για ολόκληρο το οικονομικό και παραγωγικό σύστημα.

Πώς συνελήφθησαν οι πέντε Βρετανοί που σχεδίαζαν επίθεσης σε βάση της RAF – Εξετάζεται σύνδεση με το Ιράν

Το περιστατικό της Κυριακής στη RAF Fairford ήρθε να ενισχύσει ακόμη περισσότερο το αίσθημα συναγερμού. Πέντε Βρετανοί, ηλικίας 23 έως 25 ετών, συνελήφθησαν κοντά στην αεροπορική βάση, όπου σταθμεύουν αμερικανικές δυνάμεις, ως ύποπτοι για τρομοκρατικές και εκρηκτικές ενέργειες. Οι βρετανικές αρχές δεν έχουν ανακοινώσει ακόμη κίνητρο ή ξένο εντολέα. Πηγή που επικαλείται το Reuters ανέφερε ότι ένα σενάριο σύνδεσης με το Ιράν θεωρείται επί του παρόντος πιθανότερο, ενώ εξετάζονται επίσης ενδεχόμενη ρωσική επιχείρηση σαμποτάζ και ισλαμιστικό κίνητρο. Η Τεχεράνη αρνείται οποιαδήποτε εμπλοκή.

Η Fairford, επομένως, δεν μπορεί – προς ώρας τουλάχιστον – να καταγραφεί ως ρωσική υβριδική επιχείρηση. Καταδεικνύει όμως πόσο ευάλωτοι και ελκυστικοί στόχοι έχουν γίνει οι στρατιωτικές εγκαταστάσεις και οι κρίσιμες υποδομές της Ευρώπης σε ένα περιβάλλον πολλαπλών κρατικών απειλών.

Η Βαλτική μετατρέπεται σε εργαστήριο της νέας αντιπαράθεσης

Ακόμη μεγαλύτερη είναι η πίεση στη Βαλτική. Στα μέσα Σεπτεμβρίου ρωσική φρεγάτα έριξε φωτοβολίδες προς δανικό στρατιωτικό ελικόπτερο που την παρακολουθούσε σε διεθνή ύδατα. Σύμφωνα με τη Δανία, μία από τις φωτοβολίδες πέρασε σε απόσταση λίγων μέτρων από το αεροσκάφος. Η Κοπεγχάγη χαρακτήρισε τη συμπεριφορά επικίνδυνη, ενώ η Μόσχα κατηγόρησε, από την πλευρά της, τους Δανούς χειριστές για επικίνδυνους ελιγμούς.

Λίγες ημέρες νωρίτερα, ιταλικό μαχητικό που επιχειρούσε για λογαριασμό του ΝΑΤΟ κατέρριψε drone μέσα στον εναέριο χώρο της Λιθουανίας. Οι λιθουανικές αρχές κατέληξαν στη συνέχεια ότι επρόκειτο για ρωσικού τύπου Gerbera και ότι πιθανότατα είχε αρχικό προορισμό την Ουκρανία και παρεξέκλινε από την πορεία του, αντί να αποτελεί εσκεμμένη επίθεση κατά της Λιθουανίας. Η διάκριση είναι κρίσιμη: κάθε περιστατικό στα ανατολικά σύνορα του ΝΑΤΟ δεν αποτελεί αυτομάτως εχθρική επίθεση, αλλά κάθε τέτοιο περιστατικό αυξάνει τον κίνδυνο λάθους ή ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης.

Στις 24 Σεπτεμβρίου φινλανδικά F/A-18 και σουηδικά Gripen απογειώθηκαν για την πρώτη κοινή επιχειρησιακή αναγνώριση ρωσικού στρατιωτικού σχηματισμού πάνω από τον Κόλπο της Φινλανδίας. Τα ρωσικά αεροσκάφη παρέμειναν σε διεθνή εναέριο χώρο, αλλά η κινητοποίηση αποτυπώνει τον βαθμό ετοιμότητας στον οποίο έχει περάσει η περιοχή.

Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με έρευνα του Reuters, δυνάμεις της Βρετανίας, της Νορβηγίας και των ΗΠΑ παρενέβησαν την άνοιξη κοντά στο Σβάλμπαρντ, όταν ρωσικές μονάδες υποθαλάσσιων επιχειρήσεων φέρονται να δοκίμαζαν τεχνολογία ικανή να πλήξει υποβρύχια καλώδια χωρίς εύκολα ανιχνεύσιμα ίχνη. Κανένα καλώδιο δεν καταστράφηκε, ενώ η Ρωσία δεν απάντησε στο αίτημα του Reuters για το συγκεκριμένο περιστατικό. Το επεισόδιο, ωστόσο, εξηγεί γιατί τηλεπικοινωνιακά και ενεργειακά καλώδια στον βυθό έχουν μετατραπεί σε κεντρικό αντικείμενο σχεδιασμού του ΝΑΤΟ.

Ο πραγματικός στόχος

Σε κάθε περίπτωση, όπως εκτιμούν διεθνείς αναλυτές, ο στόχος δεν χρειάζεται να είναι μια στρατιωτική μονάδα. Μπορεί να είναι ένα ηλεκτρικό δίκτυο, ένας σιδηρόδρομος, ένα data center, ένα λιμάνι, ένα εργοστάσιο πυρομαχικών, ένας δορυφορικός σταθμός, ένα υποθαλάσσιο καλώδιο ή ακόμη και η εμπιστοσύνη της κοινωνίας στις πληροφορίες που καταναλώνει.

Η Λιθουανία σχεδιάζει πλέον κρίσιμο ηλεκτρικό υποσταθμό κοντά στον διάδρομο του Σουβάλκι με ειδικές περιφράξεις, αισθητήρες για υπόγειες παρεμβάσεις και ενισχυμένες κατασκευές γύρω από τους μετασχηματιστές ώστε να αντέχουν ακόμη και πλήγματα drones. Όπως εξήγησε στο Reuters ο επικεφαλής του δικτύου Litgrid, στο παρελθόν οι ενεργειακές εγκαταστάσεις σχεδιάζονταν για φυσικές καταστροφές. Τώρα πρέπει να σχεδιάζονται και για υβριδικές και στρατιωτικές απειλές.

Η αλλαγή αυτή έχει τεράστιο οικονομικό κόστος. Η άμυνα παύει να αφορά μόνο άρματα μάχης, πυραύλους και μαχητικά αεροσκάφη. Αφορά την αρχιτεκτονική των δικτύων ηλεκτρισμού, τις τηλεπικοινωνίες, τα αεροδρόμια, τους σιδηροδρόμους, τα λιμάνια και τα πληροφοριακά συστήματα των επιχειρήσεων.

Αναζητώντας τον ένοχο

Όπως επισημαίνουν ειδικοί σε θέματα κυβερνοασφάλειας, το μεγάλο στρατηγικό πλεονέκτημα μιας υβριδικής επιχείρησης είναι η αμφισημία.

Μια πυρκαγιά μπορεί να είναι εμπρησμός, ατύχημα ή δολιοφθορά. Ένας κυβερνοεγκληματίας μπορεί να ενεργεί μόνο για χρήματα ή να λειτουργεί ως πληρεξούσιος μιας ξένης υπηρεσίας. Ένα drone μπορεί να έχει χάσει την πορεία του ή να αποτελεί εσκεμμένη δοκιμή των αντιδράσεων του ΝΑΤΟ.

Ακριβώς αυτή η δυσκολία απόδοσης ευθύνης επιτρέπει σε έναν κρατικό δρώντα να προκαλεί οικονομικό κόστος, φόβο και πολιτική πίεση χωρίς να προσφέρει στον αντίπαλο μια καθαρή αιτία για στρατιωτική αντίδραση.

Η Ρωσία αρνείται ότι πραγματοποιεί επιχειρήσεις σαμποτάζ εναντίον δυτικών χωρών. Ταυτόχρονα, όμως, ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και υπηρεσίες ασφαλείας έχουν αποδώσει συγκεκριμένα περιστατικά ή δίκτυα στη Μόσχα και προειδοποιούν ότι η χρήση μεσαζόντων και proxies αυξάνεται.

Το «ευρωπαϊκό Άρθρο 4»

Γι’ αυτό και οι Βρυξέλλες αναζητούν πλέον έναν μηχανισμό που θα καλύψει το κενό ανάμεσα στην καθημερινή αστυνόμευση και στη συλλογική άμυνα.

Η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν έχει προτείνει ένα «counter-hybrid playbook», ένα προκαθορισμένο ευρωπαϊκό εγχειρίδιο αντίδρασης, καθώς και ένα Emergency Security Protocol. Η ίδια το περιέγραψε ως ένα είδος ευρωπαϊκού «Άρθρου 4»: όταν ένα κράτος-μέλος θεωρεί ότι αντιμετωπίζει σοβαρή υβριδική απειλή, οι κυβερνήσεις θα συγκαλούνται ώστε να συντονίζουν γρήγορα την απάντησή τους.

Δεν πρόκειται για ευρωπαϊκό αντίγραφο του Άρθρου 5 του ΝΑΤΟ, δηλαδή για αυτόματη συλλογική στρατιωτική άμυνα. Η λογική είναι ακριβώς να καλυφθεί η περιοχή κάτω από το κατώφλι της ένοπλης επίθεσης: σαμποτάζ, κυβερνοεπιθέσεις, επιθέσεις σε υποδομές, παρεμβολές, drones και επιχειρήσεις επιρροής.

Και εδώ βρίσκεται πλέον το πραγματικό δίλημμα της Ευρώπης: Αν κάθε υβριδική ενέργεια αντιμετωπίζεται ως μεμονωμένο αστυνομικό περιστατικό, ο επιτιθέμενος μπορεί να συνεχίζει να αυξάνει σταδιακά την ένταση χωρίς ουσιαστικό στρατηγικό κόστος. Αν, από την άλλη πλευρά, κάθε περιστατικό αντιμετωπίζεται ως πράξη πολέμου, αυξάνεται δραματικά ο κίνδυνος λανθασμένης απόδοσης και κλιμάκωσης.

Η ευρωπαϊκή απάντηση αναζητείται ακριβώς ανάμεσα σε αυτά τα δύο άκρα. Το γεγονός ότι η ΕΕ συζητά πλέον επίσημα πρωτόκολλα κοινής αντίδρασης δείχνει ότι στις Βρυξέλλες έχει αλλάξει κάτι βαθύτερο από το επίπεδο συναγερμού: αλλάζει ο ίδιος ο ορισμός της ευρωπαϊκής ασφάλειας.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία μπορεί να εξακολουθεί να έχει σαφές γεωγραφικό μέτωπο. Η αντιπαράθεση που έχει δημιουργήσει γύρω του, όμως, απλώνεται σε αεροδρόμια, εργοστάσια, ενεργειακά δίκτυα, υποθαλάσσια καλώδια και ψηφιακές υποδομές σε ολόκληρη την ήπειρο.

Και αυτή είναι ίσως η πιο δύσκολη πραγματικότητα για την Ευρώπη: η επόμενη μεγάλη δοκιμασία της αποτροπής μπορεί να μη μοιάζει καθόλου με εισβολή. Μπορεί να ξεκινήσει με ένα drone, μια φωτιά, ένα κομμένο καλώδιο ή μια κυβερνοεπίθεση — και το βασικό ερώτημα να μην είναι πώς θα απαντήσει η Ευρώπη, αλλά αν θα μπορέσει εγκαίρως να αποδείξει ποιος βρίσκεται πίσω από αυτήν.