Η επιστροφή του Δόγματος Μονρόε: Όταν η νοσταλγία του ιμπεριαλισμού γίνεται παγίδα

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Το 1930, ένας λοχίας των Πεζοναυτών, ο Harry Boyle, προειδοποίησε έναν γερουσιαστή ότι όσα συνέβαιναν στη Νικαράγουα θα μπορούσαν, αν αποκαλύπτονταν πλήρως, να εξελιχθούν σε τεράστιο εθνικό σκάνδαλο. Η προειδοποίηση αυτή λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι η αυτοκρατορική αυτοπεποίθηση συχνά γεννά συνέπειες που αργότερα μοιάζουν αδιανόητες ακόμη και στους ίδιους τους εκτελεστές της πολιτικής. Στο φόντο μιας σύγχρονης στρατιωτικής επιχείρησης στη Βενεζουέλα, το ιστορικό παράδειγμα χρησιμοποιείται για να αμφισβητήσει μια αναβίωση ημισφαιρικού ιμπεριαλισμού που παρουσιάζεται ως «επιστροφή» σε παλιές βεβαιότητες.

Στον πυρήνα της κριτικής βρίσκεται η επίκληση του Δόγματος Μονρόε ως άλλοθι για αναθεωρητικές και μαξιμαλιστικές αξιώσεις επιρροής στη Λατινική Αμερική. Η σύγχρονη ρητορική τείνει να αντιμετωπίζει το δόγμα ως κάτι αυτονόητο, σταθερό και δικαιωμένο από την ιστορία. Αντίθετα, η ιστορική του πορεία παρουσιάζεται ως αμφισβητούμενη τόσο ως προς το τι σήμαινε όσο και ως προς το πώς εφαρμόστηκε. Η εμπειρία της αμερικανικής ισχύος στην Καραϊβική δείχνει, σε αυτή την αφήγηση, ότι οι προσπάθειες «μικροδιοίκησης» γειτονικών κρατών είχαν υψηλό κόστος και περιορισμένη απόδοση, ενώ παρήγαγαν αντιδράσεις εντός και εκτός ΗΠΑ.

Το πιο χαρακτηριστικό πεδίο αυτής της εμπειρίας τοποθετείται στην περίοδο των λεγόμενων «Πολέμων της Μπανανίας», όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες παρενέβησαν στρατιωτικά σε πολλαπλές χώρες της περιοχής, συμπεριλαμβανομένων μακροχρόνιων κατοχών. Οι επεμβάσεις αυτές περιγράφονται ως εργαλεία προστασίας οικονομικών συμφερόντων και διαχείρισης κινδύνων που συνδέονταν με χρέη και πολιτική αστάθεια, υπό τον φόβο ευρωπαϊκής εμπλοκής. Παράλληλα, υπογραμμίζεται ότι δεν υπήρξαν ποτέ καθολικά αποδεκτές στο εσωτερικό: ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1920 διαμορφώθηκε ισχυρό ρεύμα αντίθεσης, από ετερόκλητες πολιτικές και κοινωνικές ομάδες που έβλεπαν τη στρατιωτική παρουσία ως σπάταλη, άσκοπη και ηθικά προβληματική.

Κεντρικό παράδειγμα αυτής της αντίθεσης είναι η στάση του γερουσιαστή William Borah, ο οποίος παρουσιάζεται ως φωνή που απέρριπτε την ιδέα ότι το Δόγμα Μονρόε νομιμοποιεί παρεμβάσεις στις εσωτερικές υποθέσεις κρατών της Κεντρικής Αμερικής. Η κριτική του στρέφεται ειδικά στη χρήση του δόγματος ως ρητορικής ασπίδας για οικονομικά συμφέροντα — είτε πρόκειται για πετρέλαιο, ξυλεία ή χρηματοοικονομικά ομόλογα. Η αντιπολεμική και αντιιμπεριαλιστική πίεση, μαζί με τη δυσκολία καταστολής εξεγέρσεων όπως στη Νικαράγουα, παρουσιάζεται ως παράγοντας που οδήγησε σε αλλαγή πορείας, προς μια πολιτική λιγότερο παρεμβατική και περισσότερο προσανατολισμένη στον αμοιβαίο σεβασμό και την οικονομική συνεργασία.

Στο παρόν, αναγνωρίζεται ότι οι μεγάλες δυνάμεις έχουν εύλογες ανησυχίες ασφαλείας στις γειτονιές τους και ότι ορισμένες «κόκκινες γραμμές» μπορούν να υφίστανται. Όμως η κριτική εστιάζει στη διεύρυνση του καταλόγου των απειλών: ζητήματα όπως η διακίνηση ναρκωτικών, η παράνομη μετανάστευση και ο οικονομικός ανταγωνισμός παρουσιάζονται πλέον ως υπαρξιακές απειλές, αντί για προβλήματα που θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν ως διαχειρίσιμα. Αυτή η πληθωρισμένη αίσθηση κινδύνου, σύμφωνα με το κείμενο, ευνοεί αποφάσεις υπερβολικής εμπλοκής και δημιουργεί κίνητρα για νέες, περιττές παρεμβάσεις.

Η περίπτωση της Βενεζουέλας εντάσσεται σε αυτή τη λογική ως προειδοποίηση: ακόμη κι αν η τρέχουσα διαχείριση εμφανίζεται «ρεαλιστική» σε επίπεδο επιλογής διαδόχου και ελέγχου της μετάβασης, η ίδια η ύπαρξη μαξιμαλιστικών στόχων και ενός φιλόδοξου οράματος ηγεμονίας μπορεί να οδηγήσει σε κλιμάκωση, επειδή η δυναμική της ισχύος τείνει να τρέφεται από την ίδια της την επιτυχία. Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι μια εξωτερική πολιτική που θεμελιώνεται στη νοσταλγία και σε εξιδανικευμένες αναγνώσεις του παρελθόντος είναι επικίνδυνη, όχι μόνο επειδή διαστρεβλώνει το ιστορικό μάθημα, αλλά και επειδή αγνοεί πως πολλοί από όσους εφάρμοσαν τέτοιες πολιτικές αργότερα τις αντιμετώπισαν ως σφάλματα.