Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΟ «ΤΙΜΟΝΙ» ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΟΗΕ – ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΑΥΤΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΧΩΡΑ

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Η ανάληψη της προεδρίας του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ από την Ελλάδα, από την 1η Οκτωβρίου 2026, συμπίπτει με μια ιδιαίτερα τεταμένη περίοδο στη διεθνή σκηνή. Ενώ η χώρα ολοκληρώνει τη διετή θητεία της ως εκλεγμένο μέλος, καλείται να διαχειριστεί ένα Συμβούλιο βαθιά διχασμένο, αντιμέτωπο με ανοιχτά μέτωπα όπως ο πόλεμος στην Ουκρανία, η κρίση στη Μέση Ανατολή και η ένταση με το Ιράν. Η θέση αυτή, αν και προσφέρει αυξημένη θεσμική ορατότητα, δεν εξασφαλίζει τη δυνατότητα μονομερούς καθορισμού πολιτικών, αλλά μάλλον περιορίζεται στη διαχείριση διαδικασιών και τη διευκόλυνση διαβουλεύσεων. Η πρόκληση είναι μεγάλη, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς τις εσωτερικές αδυναμίες της ελληνικής διπλωματίας που συχνά αδυνατεί να αξιοποιήσει τέτοιες ευκαιρίες για ουσιαστική παρέμβαση, περιοριζόμενη σε διεκπεραιωτικό ρόλο, ενώ παράλληλα βρίσκεται σε εξέλιξη και η κρίσιμη διαδικασία επιλογής του νέου Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ.

Η προεδρία του Συμβουλίου Ασφαλείας αποτελεί μια θέση με σημαντικές θεσμικές απαιτήσεις, ωστόσο, είναι κρίσιμο να γίνει κατανοητό ότι δεν μεταφράζεται σε εξουσία χάραξης πολιτικής. Η εκάστοτε προεδρεύουσα χώρα διευθύνει τις συνεδριάσεις, διαχειρίζεται το πρόγραμμα εργασίας και εκπροσωπεί το όργανο, δρώντας πάντα υπό την αίρεση των δεκαπέντε μελών. Για την Ελλάδα, αυτή η δεύτερη και τελευταία προεδρία στη θητεία της, συνιστά μια περίοδο όπου οι δυνατότητες παρέμβασης περιορίζονται ουσιαστικά στη διευκόλυνση διαβουλεύσεων μεταξύ μελών με διαμετρικά αντίθετες θέσεις. Είναι μια δοκιμασία για τον κρατικό μηχανισμό, ο οποίος συχνά διακρίνεται από έλλειψη στρατηγικού βάθους και αδυναμία κεφαλαιοποίησης τέτοιων ρόλων για την προώθηση εθνικών συμφερόντων.

Το διεθνές περιβάλλον είναι κάτι παραπάνω από βαρύ. Ο πόλεμος στην Ουκρανία παραμένει κεντρικό ζήτημα, με την αναπληρώτρια Γενική Γραμματέα του ΟΗΕ, Ρόζμαρι ΝτιΚάρλο, να προειδοποιεί για την είσοδο σε μια νέα, επικίνδυνη φάση. Οι επιθέσεις εντείνονται, οι απώλειες αμάχων καταγράφουν αρνητικά ρεκόρ και ο κίνδυνος επέκτασης της σύγκρουσης είναι υπαρκτός. Η ανησυχία εντείνεται λόγω των απειλών για νέες επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές ενόψει του χειμώνα.

Παράλληλα, η Μέση Ανατολή φλέγεται. Η κατάσταση στη Γάζα παραμένει κρίσιμη, με τον ΟΗΕ να χαρακτηρίζει την εκεχειρία, ένα χρόνο μετά, εύθραυστη. Τα ισραηλινά πλήγματα συνεχίζονται, ενώ οι ανθρωπιστικές συνθήκες είναι δραματικές. Η εφαρμογή της απόφασης 2803 για τις μεταβατικές ρυθμίσεις αγνοείται, ενώ η βία επεκτείνεται και στη Δυτική Όχθη.

Ένα ακόμη πιο σύνθετο μέτωπο για την ελληνική προεδρία αφορά το Ιράν και τα Στενά του Ορμούζ. Η επαναλειτουργία των Στενών και η αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας βρίσκονται στο επίκεντρο δύσκολων διαπραγματεύσεων, με την Τεχεράνη να εξετάζει προτάσεις αποκλιμάκωσης. Το Συμβούλιο Ασφαλείας καλείται να χειριστεί την εφαρμογή των κυρώσεων, σε μια εξίσωση που περιλαμβάνει το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, την περιφερειακή ασφάλεια και την ελεύθερη ναυσιπλοΐα.

Την εικόνα συμπληρώνουν οι συνεχιζόμενες συγκρούσεις στο Σουδάν και η ένοπλη βία στην Αϊτή, κρίσεις που διατηρούν πιεσμένο το πρόγραμμα του Συμβουλίου.

Μέσα σε αυτό το χαοτικό τοπίο, ο Οκτώβριος αποκτά επιπλέον βαρύτητα λόγω της διαδικασίας επιλογής του επόμενου Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ. Στην άτυπη ψηφοφορία της 29ης Σεπτεμβρίου, η Ρεμπέκα Γκρίνσπαν διατήρησε το προβάδισμα, χωρίς ωστόσο να έχει επιτευχθεί τελική συναίνεση. Η ανάδειξη του διαδόχου του Αντόνιο Γκουτέρες, διαδικασία που εξαρτάται άμεσα από τη συναίνεση των πέντε μόνιμων μελών και το δικαίωμα βέτο που διαθέτουν, αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη εξέλιξη κατά τη διάρκεια του μήνα. Εάν υπάρξει συμφωνία, η Ελλάδα θα προεδρεύει στη συνεδρίαση που θα συστήσει το νέο πρόσωπο.

Η ελληνική διπλωματία βρίσκεται μπροστά σε μια περίοδο υψηλών απαιτήσεων, όπου το ζητούμενο είναι η διατήρηση της λειτουργικότητας ενός οργάνου σε εποχή βαθιών διαιρέσεων. Το ερώτημα παραμένει αν η κρατική μηχανή έχει την ικανότητα να διαχειριστεί αποτελεσματικά αυτές τις διαδικασίες ή αν θα αρκεστεί, όπως συχνά συμβαίνει, σε μια τυπική και άχρωμη διεκπεραίωση, αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά την αδυναμία της να αναβαθμίσει ουσιαστικά τον ρόλο της χώρας διεθνώς.