Η ΕΛΛΑΔΑ ΠΡΩΤΗ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ ΣΕ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΕΙΣ ΠΛΗΡΩΜΩΝ ΣΤΑ ΕΝΟΙΚΙΑ, ΤΑ ΔΑΝΕΙΑ & ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥΣ

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Τα στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι το 41,8% των πολιτών στην Ελλάδα ζει σε νοικοκυριά που αδυνατούν να πληρώσουν εγκαίρως το ενοίκιο, τη δόση του στεγαστικού δανείου ή βασικούς λογαριασμούς ρεύματος, νερού και φυσικού αερίου. Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ ο μέσος όρος της ΕΕ είναι μόλις 9%. Δηλαδή η Ελλάδα είναι 4,6 φορές χειρότερα από την υπόλοιπη Ευρώπη, 2,3 φορές χειρότερα από τη Ρουμανία και πολλαπλάσια χειρότερα από τη Γερμανία ή την Ολλανδία.

Πίσω από αυτούς τους αριθμούς δεν κρύβεται απλώς μια οικονομική δυσκολία. Κρύβεται μια καθημερινή αγωνία για εκατομμύρια ανθρώπους που κάθε μήνα καλούνται να διαλέξουν ανάμεσα στο φαγητό, το ρεύμα και το νοίκι. Και αυτό συμβαίνει ενώ η κυβέρνηση πανηγυρίζει για ρεκόρ τουρισμού, ξένες επενδύσεις και κινητικότητα στην αγορά ακινήτων. Το ποσοστό αυτό όχι μόνο δεν μειώθηκε, αλλά αυξήθηκε κατά 5,4 ποσοστιαίες μονάδες από το 2021, όταν ήταν στο 36,4%. Όσο λοιπόν μιλάνε για ανάκαμψη και επιτυχίες, η πραγματικότητα για τα νοικοκυριά γίνεται όλο και πιο σκληρή.

Δεν είναι τυχαίο που η Ελλάδα βρίσκεται τόσο μακριά από τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Αυτή η απόκλιση είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών που εδώ και χρόνια ευνοούν τους μεγάλους παίκτες της αγοράς, τους ξένους επενδυτές και τις πλατφόρμες βραχυχρόνιας μίσθωσης, αφήνοντας τον απλό πολίτη εκτεθειμένο. Η κυβέρνηση γνωρίζει πολύ καλά τι συμβαίνει, αλλά προτιμά να σιωπά ή να μιλάει για «δυναμική αγορά ακινήτων» αντί να πάρει μέτρα που θα προστάτευαν τα νοικοκυριά.

Η κατάσταση δεν περιορίζεται σε μία ή δύο περιοχές. Απλώνεται σε όλη τη χώρα και δείχνει ότι η στεγαστική κρίση έχει γίνει καθημερινότητα για εκατομμύρια ανθρώπους. Στα Ιόνια Νησιά το ποσοστό φτάνει στο 66,3%, με αύξηση 26,9 ποσοστιαίων μονάδων από το 2021. Εκεί όπου υποτίθεται ότι ο τουρισμός φέρνει πλούτο και ευκαιρίες, οι μόνιμοι κάτοικοι δεν μπορούν πλέον να βρουν σπίτι σε λογικές τιμές. Τα ακίνητα έχουν μετατραπεί σε επενδυτικά προϊόντα για ξένους και σε χρυσωρυχεία για όσους εκμεταλλεύονται τις βραχυχρόνιες μισθώσεις, ενώ οι ντόπιοι σπρώχνονται στο περιθώριο και παλεύουν να πληρώσουν ακόμα και τους λογαριασμούς τους.

Στη Δυτική Ελλάδα το ποσοστό ξεπερνά το 50%, ενώ στο Νότιο Αιγαίο φτάνει το 47,3% με αύξηση 15,8 μονάδων την τελευταία τετραετία. Και εκεί η τουριστική «ανάπτυξη» δεν έχει μεταφραστεί σε καλύτερη ζωή για τους κατοίκους. Αντιθέτως, έχει οδηγήσει σε εκτόξευση ενοικίων και σε συρρίκνωση της διαθέσιμης κατοικίας για τους μόνιμους. Ακόμα και στην Αττική το ποσοστό είναι στο 37,5% και στην Κεντρική Μακεδονία στο 41,1%. Στα μεγάλα αστικά κέντρα, όπου υποτίθεται ότι υπάρχουν περισσότερες ευκαιρίες, χιλιάδες οικογένειες και νέοι άνθρωποι δυσκολεύονται να βρουν αξιοπρεπή στέγη κοντά στη δουλειά τους.

Η σύγκριση με το 2021 δείχνει ξεκάθαρα την επιδείνωση. Οι μεγαλύτερες αυξήσεις καταγράφονται σε Ιόνια Νησιά, Νότιο Αιγαίο, Θεσσαλία, Δυτική Μακεδονία και Στερεά Ελλάδα. Αυτό αποδεικνύει ότι η πίεση δεν είναι μόνο αστικό φαινόμενο. Απλώνεται παντού, σε τουριστικές περιοχές, σε νησιά και σε ηπειρωτική Ελλάδα, δείχνοντας ότι το μοντέλο ανάπτυξης που προωθείται θυσιάζει την καθημερινότητα των πολλών για το κέρδος των λίγων.

Πίσω από τα ποσοστά κρύβονται πραγματικοί άνθρωποι. Οικογένειες που κάθε μήνα περιορίζουν βασικές δαπάνες για να πληρώσουν το νοίκι ή το ρεύμα. Νέοι άνθρωποι που αναβάλλουν τη δημιουργία οικογένειας επειδή δεν μπορούν να εξασφαλίσουν στέγη. Εργαζόμενοι με σταθερή δουλειά που ζουν μακριά από τον τόπο εργασίας τους επειδή δεν βρίσκουν προσιτή κατοικία. Ηλικιωμένοι που ζουν με τον φόβο μην τους κόψουν το φως ή το νερό. Αυτή δεν είναι απλώς στεγαστική κρίση. Είναι κρίση αξιοπρέπειας και επιβίωσης για μεγάλο μέρος της κοινωνίας.

Τα τελευταία χρόνια τα ενοίκια έχουν ανέβει με ρυθμούς που δεν έχουν προηγούμενο σε πολλές περιοχές, κυρίως λόγω της ανεξέλεγκτης επέκτασης της βραχυχρόνιας μίσθωσης και της αυξημένης ζήτησης από ξένους επενδυτές. Το κόστος ενέργειας παραμένει υψηλό, τα τρόφιμα και τα βασικά αγαθά ακριβαίνουν συνεχώς, ενώ τα εισοδήματα δεν ακολουθούν. Πολλοί εργαζόμενοι, ακόμα και με κανονικό μισθό, δεν μπορούν να ανταποκριθούν. Ταυτόχρονα η πρόσβαση στην ιδιοκατοίκηση έχει γίνει σχεδόν αδύνατη για τους νέους λόγω υψηλών τιμών, αυστηρών τραπεζικών κριτηρίων και έλλειψης ουσιαστικής κρατικής στήριξης.

Η κυβέρνηση αντί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα κατά μέτωπο, συνεχίζει να προωθεί πολιτικές που ευνοούν την κερδοσκοπία στην αγορά ακινήτων. Απουσία ουσιαστικών ελέγχων στις βραχυχρόνιες μισθώσεις, έλλειψη μαζικής κατασκευής προσιτής κατοικίας και μια γενικότερη φιλοσοφία που βλέπει το σπίτι ως επενδυτικό προϊόν και όχι ως βασικό αγαθό. Το αποτέλεσμα είναι αυτό που δείχνουν τα στοιχεία της Eurostat: μια σιωπηλή αλλά βαθιά κρίση που απειλεί την κοινωνική συνοχή και το δημογραφικό μέλλον της χώρας.

Η στεγαστική πολιτική δεν είναι μόνο οικονομικό ζήτημα. Είναι πρωτίστως κοινωνικό και πολιτικό. Όταν σχεδόν οι μισοί πολίτες δυσκολεύονται να πληρώσουν βασικές υποχρεώσεις στέγασης, τότε κάτι δεν πάει καλά στο μοντέλο ανάπτυξης που ακολουθείται.