Η αρχή της κρίσης για τους Εργατικούς – Η πτώση της Άντζελα Ρέινερ

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Την παραίτησή της υπέβαλε την Παρασκευή η Αντιπρόεδρος της βρετανικής κυβέρνησης και Αναπληρώτρια Πρόεδρος του Εργατικού Κόμματος, Άντζελα Ρέινερ, έπειτα από σφοδρή πολιτική πίεση που προκλήθηκε λόγω της αποκάλυψης ότι κατέβαλε ελλιπή φόρο μεταβίβασης ακινήτου, ύψους 40.000 λιρών. Η αποχώρησή της επιφέρει ακόμη ένα πλήγμα στην ήδη εύθραυστη κυβέρνηση του Κιρ Στάρμερ και στερεί από την ηγεσία των Εργατικών ένα από τα πιο λαμπρά πολιτικά της στελέχη.

Η Ρέινερ, που κρατούσε επίσης το χαρτοφυλάκιο της Στέγασης, παραδέχτηκε το σφάλμα της, το οποίο απέδωσε σε κακή νομική καθοδήγηση. Ωστόσο, η πολιτική και επικοινωνιακή πίεση κλιμακώθηκε γρήγορα, καθώς πολλοί θεώρησαν υποκριτική τη στάση της, δεδομένου του παρελθόντος της να επιτίθεται στους Συντηρητικούς για παρόμοια περιστατικά ηθικής εκτροπής.

Η υπόθεση πυροδοτήθηκε όταν αποκαλύφθηκε ότι, κατά την αγορά πολυτελούς διαμερίσματος στο Χοβ της νότιας Αγγλίας, η Ρέινερ πλήρωσε μόλις 30.000 λίρες σε φόρο μεταβίβασης αντί για 70.000, καθώς αντιμετωπίστηκε φορολογικά ως ιδιοκτήτρια πρώτης κατοικίας, ενώ επρόκειτο για δεύτερο ακίνητο. Η ίδια υποστήριξε πως είχε προηγουμένως εκχωρήσει τη συμμετοχή της στο σπίτι στο Μάντσεστερ σε εμπιστευματικό ταμείο υπέρ των παιδιών της, με χρήματα που προήλθαν από ιατρική αποζημίωση για τον πρόωρο και με αναπηρίες γιο της.

Η υπόθεση πήρε γρήγορα διαστάσεις εθνικού σκανδάλου, τροφοδοτούμενη από αντιπολιτευόμενα κόμματα αλλά και τον συντηρητικό Τύπο, που της χρέωσαν «υποκρισία» και «διπλά μέτρα και σταθμά». Σημειώνεται ότι στο παρελθόν, η Ρέινερ είχε καταγγείλει δημόσια τον πρώην υπουργό Υγείας Τζέρεμι Χαντ για “σκανδαλώδη φοροαποφυγή”, ενώ είχε ζητήσει και την παραίτηση του πρώην υπουργού Οικονομικών Ναντίμ Ζαχάουι για την τακτοποίηση οφειλών άνω των 5 εκατομμυρίων λιρών.

Παρά την αρχική στήριξη του Πρωθυπουργού Στάρμερ, η πολιτική φθορά αποδείχθηκε αθροιστική. Με τη χώρα να μαστίζεται από στεγαστική κρίση και την κυβέρνηση να σχεδιάζει αυξήσεις φόρων, συμπεριλαμβανομένων των ακινήτων, η παραμονή της Ρέινερ κρίθηκε ολοένα και πιο προβληματική. Στην επιστολή παραίτησής της αναφέρει χαρακτηριστικά: «Αν και περιμένω δικαιολογημένα δημόσιο έλεγχο για τη ζωή μου, η οικογένειά μου δεν επέλεξε να δει την ιδιωτική της ζωή να εκτίθεται τόσο βάναυσα».

Η αποχώρησή της στερεί από το Εργατικό Κόμμα μία από τις πιο αυθεντικές και λαοφιλείς φυσιογνωμίες του. Με καταγωγή από φτωχό προάστιο του Μάντσεστερ, μητέρα από τα 16 της και με επαγγελματική πορεία ως φροντίστρια ηλικιωμένων και συνδικαλίστρια, η Ρέινερ αποτελούσε γέφυρα ανάμεσα στη λαϊκή βάση και την κοινοβουλευτική ελίτ του κόμματος. Το προφορικό της ύφος, η βόρεια αγγλική προφορά της και η κοινωνική της αυθεντικότητα τη μετέτρεψαν σε πολιτικό σύμβολο για πολλούς νέους ψηφοφόρους των Εργατικών, σε αντίθεση με την πιο αποστασιοποιημένη και τεχνοκρατική εικόνα του Στάρμερ.

«Για μια έφηβη μητέρα από δημοτική πολυκατοικία στο Στόκπορτ, το να υπηρετήσω στο υψηλότερο επίπεδο της κυβέρνησης υπήρξε η μεγαλύτερη τιμή της ζωής μου», έγραψε συγκινημένη στην επιστολή παραίτησης. «Πάντα πίστευα ότι η πολιτική αλλάζει ζωές, γιατί άλλαξε και τη δική μου».

Παρά το πλήγμα, υπάρχουν εκτιμήσεις ότι ο Στάρμερ μπορεί να βλέπει με σχετική ανακούφιση την αποχώρηση της Ρέινερ, η οποία θεωρούνταν πιθανή διάδοχός του και εσωκομματικός του αντίπαλος. Ωστόσο, η εξέλιξη έρχεται σε μια χρονική στιγμή που οι Εργατικοί βλέπουν τη δημοτικότητά τους να καταρρέει, κυρίως λόγω της ραγδαίας ανόδου του αντισυστημικού και αντι-μεταναστευτικού κόμματος Reform UK, το οποίο ήδη προηγείται στις δημοσκοπήσεις και πραγματοποιεί εθνικό συνέδριο στο Μπέρμιγχαμ.

Σε δική του επιστολή προς τη Ρέινερ, ο Πρωθυπουργός εξέφρασε τη λύπη του για την αποχώρησή της, τονίζοντας: «Αν και πιστεύω πως πήρες τη σωστή απόφαση, γνωρίζω πόσο επώδυνη είναι για σένα. Υπήρξες πιστή συνεργάτιδα και αληθινή φίλη για πολλά χρόνια».

Η παραίτηση της Άντζελα Ρέινερ σφραγίζει ένα καταστροφικό καλοκαίρι για τους Εργατικούς και θέτει υπό αμφισβήτηση όχι μόνο τη συνοχή του κυβερνητικού σχήματος αλλά και την ικανότητα του Στάρμερ να διατηρήσει τον έλεγχο στο κόμμα του, ενώ η ακροδεξιά αμφισβήτηση εντείνεται και η κοινωνική δυσαρέσκεια κορυφώνεται.