ΓΙΑΤΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ Η ΤΙΜΗ ΤΗΣ ΧΟΝΔΡΙΚΗΣ ΤΟΥ ΡΕΥΜΑΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΥΨΗΛΟΤΕΡΕΣ ΣΤΗΝ ΕΕ

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google
Παρότι η Ελλάδα και πολλές χώρες της Βόρειας Ευρώπης εμφανίζουν παρόμοια ή και ίδια ποσοστά συμμετοχής των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στο ενεργειακό τους μίγμα, η χονδρική τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας παραμένει σημαντικά χαμηλότερη στον Βορρά. Το φαινόμενο αυτό δεν οφείλεται στην ποσότητα των ΑΠΕ, αλλά κυρίως στον τρόπο με τον οποίο είναι δομημένο το υπόλοιπο ενεργειακό σύστημα και στο πώς λειτουργεί η αγορά σε κάθε περιοχή.
Στη Βόρεια Ευρώπη, όταν οι ΑΠΕ δεν επαρκούν, όταν ο άνεμος πέφτει ή η ηλιοφάνεια μειώνεται, το σύστημα υποστηρίζεται από πολύ φθηνότερες και πιο αξιόπιστες πηγές εφεδρείας. Τεράστια υδροηλεκτρικά στη Νορβηγία και τη Σουηδία, πυρηνικά εργοστάσια στη Γαλλία και τη Φινλανδία, καθώς και φθηνότερα τοπικά καύσιμα όπως ο λιγνίτης στη Γερμανία και στην Πολωνία, καλύπτουν τις διακυμάνσεις με μικρό κόστος. Αντίθετα, στην Ελλάδα, η κύρια εφεδρική πηγή είναι το φυσικό αέριο, το οποίο αποτελεί το ακριβότερο καύσιμο της ευρωπαϊκής αγοράς. Έτσι, όταν οι ΑΠΕ μειώνονται, η τιμή διαμορφώνεται από μονάδες φυσικού αερίου που ανεβάζουν το κόστος στο σύνολο της αγοράς.
Παράλληλα, οι βόρειες χώρες διαθέτουν ένα από τα πιο ολοκληρωμένα και διασυνδεδεμένα ηλεκτρικά δίκτυα στον κόσμο. Η Δανία μπορεί να εισάγει φθηνή υδροηλεκτρική ενέργεια από τη Νορβηγία μέσα σε λίγα λεπτά όταν δεν φυσάει, ενώ όταν έχει περίσσεια αιολικής παραγωγής την εξάγει στη Γερμανία. Το ίδιο ισχύει και για τη Γερμανία, τη Σουηδία και την Ολλανδία, που ανταλλάσσουν ενέργεια συνεχώς, εξισορροπώντας τις τιμές.
Η Ελλάδα, αντίθετα, έχει περιορισμένες διασυνδέσεις με τις γύρω χώρες, ενώ πολλά νησιά παραμένουν ενεργειακά απομονωμένα και λειτουργούν με πανάκριβες πετρελαϊκές μονάδες. Η αδυναμία απορρόφησης ή εξαγωγής φθηνής ενέργειας κρατάει τις τιμές τεχνητά υψηλές.
Ένας ακόμη κρίσιμος παράγοντας είναι η αποθήκευση ενέργειας. Η Βόρεια Ευρώπη έχει επενδύσει εδώ και δεκαετίες σε μεγάλους υδροηλεκτρικούς σταθμούς αντλησιοταμίευσης και σε σύγχρονες μπαταρίες μεγάλης κλίμακας, που επιτρέπουν την εξομάλυνση της παραγωγής ΑΠΕ και μειώνουν τις ανάγκες για ακριβές μονάδες βάσης. Στην Ελλάδα η αποθήκευση βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο, πράγμα που σημαίνει ότι η ενέργεια από ΑΠΕ συχνά χάνεται όταν υπάρχει υπερπαραγωγή, ενώ η παραμικρή μείωση στην παραγωγή καλύπτεται από ακριβό φυσικό αέριο.
Επιπλέον, πολλές βόρειες χώρες διαθέτουν ενεργειακή αυτάρκεια ή ακόμη και πλεόνασμα. Η Νορβηγία, η Σουηδία και η Γαλλία παράγουν περισσότερη ηλεκτρική ενέργεια από αυτή που καταναλώνουν, ενώ ταυτόχρονα εξάγουν. Η Ελλάδα, αντίθετα, εξαρτάται από εισαγωγές για να καλύψει τη ζήτηση, γεγονός που την καθιστά ευάλωτη στις διεθνείς διακυμάνσεις των τιμών.
Τέλος, η Βόρεια Ευρώπη έχει ένα σταθερό και προβλέψιμο ρυθμιστικό πλαίσιο στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Το θεσμικό περιβάλλον είναι ώριμο, οι μηχανισμοί τιμολόγησης παραμένουν σταθεροί για χρόνια και ο ανταγωνισμός λειτουργεί. Στην Ελλάδα, αντίθετα, οι κανόνες αλλάζουν συχνά, οι πάροχοι λειτουργούν σε ένα λιγότερο ανταγωνιστικό περιβάλλον και οι ρυθμιζόμενες χρεώσεις παραμένουν υψηλές, επηρεάζοντας έμμεσα και τη χονδρική.
Συνολικά, η διαφορά τιμών δεν οφείλεται στο ποσοστό των ΑΠΕ, αλλά στο «οικοσύστημα» γύρω από αυτές. Η Βόρεια Ευρώπη έχει χτίσει ένα ενεργειακό σύστημα που επιτρέπει στις ΑΠΕ να ρίχνουν πραγματικά το κόστος, ενώ η Ελλάδα, με ακριβό φυσικό αέριο ως εφεδρεία, περιορισμένες διασυνδέσεις, ελάχιστη αποθήκευση και εξάρτηση από εισαγωγές, δεν μπορεί να αξιοποιήσει πλήρως το πλεονέκτημα των φθηνών ανανεώσιμων πηγών.
Μιχάλης Χριστοδουλίδης Διπλ Μηχανολόγος Μηχανικός ΑΠΘ
Ενεργειακός Αναλυτής