ΓΙΑΤΙ Η ΕΛΛΑΔΑ ΕΞΑΓΕΙ ΦΘΗΝΟ ΗΛΙΟ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΕΙ ΠΑΝΑΚΡΙΒΟ ΑΕΡΙΟ

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Η συζήτηση για τον ρόλο της Ελλάδας στο ενεργειακό σύστημα της Νοτιοανατολικής Ευρώπης αναλώνεται συχνά σε υπερβολικά αισιόδοξες διατυπώσεις, οι οποίες αποκλίνουν από τις πραγματικές δομικές δυνατότητες της χώρας. Μια αυστηρή και ισορροπημένη αποτίμηση απαιτεί μεγαλύτερη ακρίβεια: η Ελλάδα έχει πράγματι ενισχύσει τη θέση της ως διαμετακομιστικός κόμβος και μεταποιητής, αυτό όμως δεν μεταφράζεται σε στρατηγική ικανότητα πρωτογενούς προμήθειας ενέργειας. Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη για τη διαμόρφωση ρεαλιστικής στρατηγικής και την αποφυγή λανθασμένων μηνυμάτων προς τη διεθνή επενδυτική κοινότητα.

Το φαινόμενο αυτό γίνεται εμφανές στο μοντέλο μεταποίησης του πετρελαίου. Οι υψηλές εξαγωγές διυλισμένων προϊόντων δεν αποτελούν μια απλή ή αυτονόητη δραστηριότητα, αλλά το άμεσο αποτέλεσμα συγκεκριμένων επενδύσεων κεφαλαίου. Τα ελληνικά διυλιστήρια παρουσιάζουν εξαιρετικά υψηλό δείκτη πολυπλοκότητας Nelson (Nelson Complexity Index), γεγονός που τους επιτρέπει να επεξεργάζονται «βαρύτερα» και φθηνότερα είδη αργού πετρελαίου, μετατρέποντάς τα σε τελικά προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας που πληρούν τις αυστηρότερες διεθνείς προδιαγραφές.

Ωστόσο, το κρίσιμο τεχνικοοικονομικό σημείο παραμένει ότι η παραγωγή αυτή στηρίζεται αποκλειστικά σε εισαγόμενη πρώτη ύλη. Η χώρα λειτουργεί ως ένας διεθνώς ανταγωνιστικός μεταποιητής και έμπορος (trader) και όχι ως αυτόνομος παραγωγός. Αντίστοιχα, το πρόσφατο θετικό εξαγωγικό ισοζύγιο ηλεκτρικής ενέργειας, αν και πραγματικό, παραμένει συγκυριακό και οικονομικά στρεβλό.

Προκύπτει κυρίως από τις ώρες αιχμής της εγχώριας παραγωγής ΑΠΕ (λόγω υψηλής ηλιοφάνειας ή ανέμου), τις διαφοροποιημένες τιμές στις γειτονικές αγορές και τις ενισχυμένες διασυνδέσεις, χωρίς όμως να συνιστά δομική πλεονάζουσα ισχύ βάσης. Εδώ αναδεικνύεται ένα βαθύ λογιστικό παράδοξο: η πράσινη ενέργεια εξάγεται τις ώρες που η διεθνής ζήτηση και οι τιμές βρίσκονται στο ναδίρ λόγω ταυτόχρονης υπερπαραγωγής στην ευρύτερη περιοχή.

Μόλις όμως μειωθεί η παραγωγή των ΑΠΕ, το σύστημα αναγκάζεται να βασιστεί σε εγχώριες μονάδες φυσικού αερίου, η πρώτη ύλη των οποίων εισάγεται εξολοκλήρου. Το κόστος αυτού του καυσίμου μπορεί να είναι πολλαπλάσιο από τα έσοδα των «πράσινων» εξαγωγών, με αποτέλεσμα η ανάγκη σταθεροποίησης του συστήματος να εξανεμίζει τα λογιστικά κέρδη και να επιβαρύνει τελικά τον καταναλωτή.

Στον τομέα του φυσικού αερίου, η αναβάθμιση της χώρας σε κρίσιμο κόμβο LNG μέσω της Ρεβυθούσας και του FSRU Αλεξανδρούπολης, στο πλαίσιο του Κάθετου Διαδρόμου, έχει αναμφίβολα γεωπολιτική αξία για την ασφάλεια εφοδιασμού των Βαλκανίων. Αφορά όμως αποκλειστικά τη διαχείριση των ροών και όχι την πρωτογενή προμήθεια, αφού η χώρα λειτουργεί ως ενεργειακός μεσολαβητής και όχι ως η αρχική πηγή του πόρου.

Εδώ εντοπίζεται και το μεγάλο έλλειμμα υποδομών, καθώς η δημόσια συζήτηση εγκλωβίζεται συχνά στο αφήγημα των μπαταριών, οι οποίες εξυπηρετούν απλώς τη βραχυπρόθεσμη εξισορρόπηση του ηλεκτρικού δικτύου. Η χώρα στερείται στρατηγικών υποδομών μεγάλης κλίμακας, όπως η αποθήκευση φυσικού αερίου σε εξαντλημένα κοιτάσματα ή τα μεγάλα έργα αντλησιοταμίευσης, χωρίς τις οποίες η ασφάλεια του συστήματος παραμένει εκτεθειμένη στις διεθνείς εισαγωγές.

Συμπερασματικά, η εικόνα που οι εκατέρωθεν τεχνοκράτες πρέπει να δουν είναι ξεκάθαρη: η Ελλάδα αποτελεί έναν περιφερειακό ενεργειακό κόμβο με αυξανόμενη σημασία στις ροές ηλεκτρισμού και LNG, αλλά στερείται των χαρακτηριστικών εκείνων, όπως η εγχώρια πρωτογενής παραγωγή ή οι μεγάλες υποδομές στρατηγικής αποθήκευσης, που θα την καθιστούσαν αυτόνομο προμηθευτή για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Η ακριβής αποτύπωση και η δημόσια παραδοχή αυτού του ρόλου είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για τη χάραξη ρεαλιστικής πολιτικής. Μόνο μέσα από μια ειλικρινή αποτίμηση των δεδομένων, μακριά από επικοινωνιακά «φουσκώματα», μπορεί η χώρα να θωρακίσει την αξιοπιστία της διεθνώς, να προστατεύσει τους καταναλωτές της και να σχεδιάσει τις πραγματικά αναγκαίες υποδομές για το μέλλον.


Γράφει ο Γιάννης Μπασιάς – Ενεργειακός αναλυτής και τέως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της Ελληνικής Διαχειριστικής Εταιρείας Υδρογονανθράκων (ΕΔΕΥ).

πηγή: defence-point.gr